Tuesday, December 31, 2013

Aντίσταση - Resistance - Resistencia - Resistenza - Résistance - Widerstand - Weerstand


« Όταν η Αδικία γίνεται Νόμος, η Αντίσταση γίνεται καθήκον »

" When Injustice becomes Law, Resistance becomes duty "

" Cuando la injusticia se convierte en Ley, la resistencia es un deber "

" Quando l’ingiustizia diventa legge, la resistenza diventa dovere "

« Lorsque l’injustice devient la loi, la résistance est un devoir »
 
„ Wo Unrecht zu Recht wird, wird Widerstand zur Pflicht “ 
  
" Waar onrecht recht is, is verzet een plicht "



~ Bertolt Brecht



Sunday, December 25, 2011

..but life's not a wheel, with chains made of steel

When evening falls
she'll run to me
Like whispered dreams your eyes can't see
Soft and warm she'll touch my face
A bed of straw
against the lace

We believed we'd catch the rainbow
Ride the wind to the sun

Sail away on ships of wonder

But life's not a wheel with chains made of steel
So bless me

Come the dawn
Come the dawn
Come the dawn
Come the dawn

Thursday, December 23, 2010

..μαζί μου απόψε έφερα εκείνη τη σφεντόνα

Τελειώνει και αυτό.
Σε μιά ματιά, έφυγε και το 10.

http://www.youtube.com/watch?v=-sWtxldHtAU

Από το απόλυτο φως μιας σκοτεινής βραδιάς ..στο απόλυτο σκοτάδι μιάς λαμπερής πραγματικότητας.
Ταξίδι περίεργο, δε νομίζεις;

Σημασία έχει το ταξίδι. Πάμε παρακάτω.


Οι εικόνες λιγοστεύουν γύρω, οι άνθρωποι επίσης.
Οι μόνες φιγούρες που περι-πατούν, περι-πλανιούνται, και περι-πλέκουν περισσότερo τα πράγματα είναι αυτες των πολιτικών, των δημοσιογράφων, των ΜΑΤ, των τρομοκρατών, των κομματόσκυλων, των καναλαρχών, και των ανθρώπων που ψάχνουν ένα καλύτερο αύριο στα πιο..γκουρμέ σκουπίδια της TV. Μεγάλος Αδερφός, ζμόλ σίστα, τοπ σεφ, μάστερ σεφ, ντάνσιν γουΐθ δε σταρς, γρήηκ άειδολ, νεξτ τοπ μόδελ, άει ποδ, τατσ-σκρημ κινητό, γραβάτα και χλιδο-φρεγάτα. Σόουμπηζ, φάσιον νιούζ, μπίζνες νιούζ, σελέμπριτι νιουζ, μπρίκι νιουζ, πρωϊνάδικα, μεσημεριανάδικα, βραδυνάδικα, ξενυχτάδικα, κουτσομπολάδικα, γυφτομπελάδικα, μπουζούκια, τουμπερλέκια, τουρλουμπούκια, παρατράγουδα!
Λές κι αυτό το Κράτος Πρόνοιας έχει λύσει όλα τα προβλήματα που το ταλανίζουν κι ασχολείται με τα σκουπίδια και τα πίτουρα.

Τα αληθινά όμως ΠΑΡΑΤΡΑΓΟΥΔΑ (της κοινωνίας) είναι εκεί έξω.
Στις οικογένειες, στις γειτονιές, στις δουλειές, στις υπηρεσίες, στα πεζοδρόμια, στα πάρκα, στα σχολεία, στα Πανεπιστήμια, στα νοσοκομεία, στα Ιατρεία, στα σούπερ-μάρκετ, στα ταμεία..

Οικογένειες χωρίς παιδιά-χωρίς γονείς, γειτονιές χωρίς παιδότοπους, δουλειές χωρίς δουλειά, υπηρεσίες χωρίς σφραγίδες, πεζοδρόμια χωρίς πεζόδρομο, πάρκα χωρίς πράσινο, σχολεία χωρίς Παιδεία, πανεπιστήμια χωρίς Μόρφωση, νοσοκομεία χωρίς Υγεία, Ιατρεία χωρίς γιατρούς κι εφόδια, σούπερ-μάρκετ χωρίς τρόφιμα, ταμεία χωρίς λεφτά..

Λες και σ'αυτή τη χώρα ό,τι γίνεται, γίνεται για να μή γίνει ποτέ!
Κι αν ποτέ γίνει, το θέμα είναι να μη γίνει ποτέ σωστά!



Χρόνια πολλά.. και πολλές ευχές.


Sunday, May 23, 2010

Της κακομοίρας

Γεμίσαμε ιούς και νοσήματα.
Γύρω από το ΕΓΩ μας.

Ανούσια, σκάρτα, τιποτένια και ελεινά συναισθήματα που παραλύουν κάθε λογική σκέψη, ξεπατώνουν οτιδήποτε ηθικό και στην θέση αυτή σπέρνουνε ζιζάνια.

"Ο θάνατός σου η ζωή μου"

Αρχίζω και αισθάνομαι. Το κακό.
Αυτό είναι βέβαια καλό, γιατί σημαίνει ότι υπάρχει και καλό, το οποίο όμως για κάποιο λόγο δέν το βλέπω ή δέ θέλω να το δώ.
Κι αυτό είναι κακό.
Και τελικά μου φαίνεται ότι αυτό που βλέπω και αισθάνομαι, είναι μονάχα ένα: το κακό.

Τόσο βλακώδης συμπεριφορά γύρω απ'το ΕΓΩ μας. Πάλι σε μένα γυρίζει.
Εμένα προσωπικά.

"Ναι μα δέ θέλω να είμαι έτσι"
"και γιατί γίνεσαι;"
"εγώ άλλωστε τό'χω γράψει, scripta manent"
"τί έχεις γράψει;"
"έχω γράψει τις 'Επιθυμίες', το'χω γράψει κι έχω κλάψει"
"Να στο θέσω αλλιώς;..και γιατί γίνεσαι, γιατί επιτρέπεις σ'άλλους να σε κάνουν έτσι;.. Δεν είσαι (ε)αυτός, δέ σε αναγνωρίζω.."
"Έτσι λές;"
"Έτσι είναι! ΣΚΕΨΟΥ ΛΙΓΟ! ούτε αυτό το γαμημένο το λίγο δέν κάνεις! Για κάνε ό,τι λες! Μαγκιάαα ; εδώ σε θέλω!"
"Πάλι σε μένα.."
"Εμ πού ..για πές δηλαδή εσύ πού .. νά'χουμε και καλό ρώτημα.. Πές!
(...)
πές ρε! "
"Έχεις δίκιο.."
"Δ-Ε-Θ-Ε-Λ-Ω-Ν-Α-Χ-Ω-Α-Λ-Λ-Ο-Δ-Ι-Κ-Ι-Ο-Ρ-Ε! ΠΏς ΤΟ ΛΕΝΕ; ΔΕ ΘΕΛΩ! ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΤΕ ΡΩΜΕΗΚΑ; ΛΑ-ΘΟΣ ! ! ! "
"όχι για πές.."
"ΤΙ ΝΑ ΠΩ ΡΕ? ΤΙ-ΝΑ-ΣΟΥ-ΠΩ? ΠΕ ΜΟΥ ΣΤΟ ΘΕΟ ΣΟΥ -ΤΙ ΛΕΩ- ΑΝ ΕΧΕΙΣ ΘΕΟ ΔΗΛΑΔΗ......ΔΕ ΒΑΡΕΘΗΚΕΣ? ΔΕΝ ΚΟΥΡΑΣΤΗΚΕΣ? ΔΕΝ ΑΡΡΩΣΤΗΣΕΣ ΜΕ ΤΑ ΙΔΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΙΔΙΑ? ΔΗΛΑΔΗ ΠΟΥ ΤΟ ΠΑΣ? ΤΙ ΘΕΣ ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ? ΞΕΡΕΙΣ ΤΙ ΘΕΣ ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ? ΞΕΡΕΙΣ ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΣΕ ΚΑΝΕΙ ΧΑΜΟΓΕΛΑΣΤΟ? ΘΥΜΑΣΑΙ ΠΟΤΕ ΧΑΜΟΓΕΛΑΣΕΣ ΡΕ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΦΟΡΑ? ΤΙ ΝΑ ΜΟΥ ΠΕΙΣ ΡΕ ΕΧΩ ΔΙΚΙΟ? ΚΑΙ ΤΙ ΞΕΡΕΙΣ ΕΣΥ ΑΠΟ ΔΙΚΙΟ? ΑΛΗΘΕΙΑ..ΞΕΡΕΙΣ?!; ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ ΕΓΏ, ΑΡΧΙΔΙΑ ΞΕΡΕΙΣ."
"Αρχίδια ξέρω.."
"ΝΑΙ ΡΕ Ο,ΤΙ ΣΟΥ ΛΕΩ ! Α-ΡΧΙ-ΔΙΑ! ΕΕΕΝΑ ΚΙ ΑΛΛΟ ΕΕΕΝΑ ΔΥΥΥΟ.
Ε?
ΕΤΣΙ ΔΕ ΜΑΣ ΛΕΓΑΝΕ ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ? ΟΥΤΕ ΑΥΤΑ ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΡΕΕΕ..ΓΙΑΤΙ ΚΑΙ ΠΟΥ ΤΑ'ΧΕΙΣ .. ΑΡΧΙΔΙΑ-ΑΡΧΙΔΙΑ ΕΧΕΙΣ....ΠΑΡΤΑ ΚΑΙ ΒΑΛΤΑ ΣΤΟΝ ΚΩΛΟ ΣΟΥ. ΑΦΟΥ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΟΥΤΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ ΝΑ ΠΡΟΣΤΑΤΕΨΕΙΣ..ΠΟΙΟΝ ΕΑΥΤΟ? ΕΔΩ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΠΡΟΣΤΑΤΕΨΕΙΣ ΕΣΕΝΑ, ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ ΘΑ ΠΡΟΣΤΑΤΕΨΕΙΣ?
ΤΑ'ΧΕΙΣ ΓΡΑΜΜΕΝΑ, SCRIPTA MANENT ΚΑΙ ΠΑΠΑΡΙΕΣ..ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ?"
"Ναι μπορώ να μιλήσω..Καταρχήν..μή φωνάζεις, τί φωνάζεις;"
"ΌΧΙ ΚΑΙ ΠΡΟΣΕΞΕ ΚΑΛΑ ΜΑΛΑΚΙΣΜΕΝΟ.."
"μα γιατί βρίζεις;.."
"ΒΟΥΛΩΣΕ ΤΟ ΚΑΙ ΑΚΟΥ, ΝΑΙ ΡΕ ΚΑΙ ΘΑ ΦΩΝΑΖΩ ΚΑΙ ΘΑ ΒΡΙΖΩ ΚΙ Ο,ΤΙ ΓΟΥΣΤΑΡΩ ΘΑ ΚΑΝΩ ΕΚΕΙ ΠΟΥ Μ'ΕΧΕΙΣ ΦΕΡΕΙ! ΚΑΤΑΡΧΗΝ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ ΕΜΕΝΑ ΜΕ ΡΩΤΗΣΕΣ ΑΜΑ ΓΟΥΣΤΑΡΩ ΝΑ ΤΟ ΚΑΝΩ ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΡΑΓΜΑ; Μ'ΕΧΕΙΣ ΠΟΔΩΣΕΙ ΣΑΝ ΤΑ ΜΟΥΤΡΑ ΣΟΥ, ΕΜΕΝΑ ΜΕ ΡΩΤΗΣΕΣ ΣΤΗΝ ΤΕΛΙΚΗ; ΝΟΜΙΖΕΙΣ ΟΤΙ ΓΟΥΣΤΑΡΩ ΤΑ ΜΟΥΤΡΑ ΣΟΥ, ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΤΑΝΤΙΑ ΣΟΥ, ΜΕ ΜΕΙΩΝΕΙΣ ΚΑΙ ΜΕ ΦΕΡΝΕΙΣ ΣΤΑ ΤΑΡΤΑΡΑ ΚΑΙ ΣΟΥ ΜΙΛΩ Μ'ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ, ΚΑΙ ΔΕΝ ΤΟ ΓΟΥΣΤΑΡΩ ΡΕΕΕΕ! ΠΩΣ ΤΟ ΛΕΝΕ?? Ά ΓΑΜΗΣΟΥ! Ή ΕΓΩ Ή ΚΑΝΕΙΣ ! "
"έτσι πάει το π.."
"Ή ΕΓΩ Ή ΚΑΝΕΙΣ!!!"

ΠΡΟΣΕΞΕ ΚΑΛΑ. ΕΑΝ ΤΟΛΜΗΣΕΙΣ ΞΑΝΑ -ΓΙΑΤΙ ΘΕΛΕΙ ΤΟΛΜΗ ΠΟΛΛΗ ΤΟ ΕΓΧΕΙΡΗΜΑ ΠΟΥ ΠΑΣ ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ- ΝΑ ΜΕ ΦΕΡΕΙΣ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΦΕΡΝΕΙΣ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ..
..ΘΑ ΣΕ ΓΑΜΗΣΩ!
ΔΕΝ ΕΧΩ ΠΕΙΡΑΞΕΙ ΚΑΝΕΝΑΝ! ΟΥΤΕ ΑΝΘΡΩΠΟ ΟΥΤΕ ΘΗΛΑΣΤΙΚΟ!! ΖΩ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΣΑΝ ΜΗΝ ΥΠΑΡΧΩ, ΚΑΙ ΔΕΝ ΠΡΟΚΑΛΩ ΚΑΝΕΝΑΝ! ΚΑΙ ΜΕ ΠΕΙΡΑΖΕΙΣ ΜΙΑ, ΔΕ ΜΙΛΑΩ, ΜΕ ΠΕΙΡΑΖΕΙΣ ΔΥΟ, ΛΕΩ ΔΕ ΓΑΜΙΕΤΑΙ ΘΑ ΒΑΛΕΙ ΜΥΑΛΟ"

"σ'έχω πειράξει και δυό....(;)"
"ΝΑΙ ΚΙ ΑΝΤΙ ΝΑ ΤΟ ΒΟΥΛΩΣΕΙΣ ΚΑΙ Ν'ΑΚΟΥΣΕΙΣ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙΣ ΤΗΝ ΕΙΡΩΝΕΙΑ ΕΤΣΙ?"
"ποια ειρωνεία.. εσύ τα λές.."
"ΝΑΙ ΡΕ ΤΑ ΛΕΩ, ΕΓΩ ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΕΧΩ Τ'ΑΡΧΙΔΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΛΕΩ!!! ΕΣΥ? Ε? ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ ΕΣΥ ΕΙΠΑΜΕ? ..ΚΙ ΑΚΟΜΑ ΔΕΝ ΕΧΩ ΑΡΧΙΣΕΙ ΝΑ ΣΟΥ ΛΕΩ ΤΙΠΟΤΑ!"
"α έτσι.."
"ΛΟΙΠΟΝ ΞΈΡΕΙΣ ΚΆΤΙ.... δέν παίρνεις ΓΡΑΜΜΗ ΤΙ ΓΙΝΕΤΑΙ.."
"τί γίνεται;.."
"ΒΡΕ ΣΕ ΔΟΥΛΕΥΟΥΝΕ ΡΕ ΜΟΣΧΑΡΙ !!! "
"Δεν γεννήθηκε ο άνθρωπος να με δουλέψει εμένα ακόμη τ'ακούς;"
"ΝΑΙ ΑΛΛΑ ΠΡΟΣΕΞΕ ΓΙΑΤΙ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΘΑ ΣΕ ΞΥΛΟΦΟΡΤΩΣΕΙ!"
"ΓΙΑ ΚΑΝΕ ΠΩΣ ΧΤΥΠΑΣ ΚΙ ΑΝ ΔΕΝ ΠΑΩ ΣΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΥΓΡΑΣΙΑΣ ΝΑ Τ'ΑΝΑΦΕΡΩ ΟΛΑ ΑΥΤΑ..."
"Έλα-έλα τώρα άστα αυτά..Ζαλώσου σε φύλλα και βάλε κάτι πράματα εκεί πέρα να τα πάς στην κυρία-Καραζαμπού!"
"ΠΟΥ ΝΑ ΠΑΩ??"
"Στην κυρία Καραζαμπού!"
"ΔΕΝ ΠΑΩ Σ'ΑΥΤΗΝ!"
"ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΠΑΣ?"
"ΕΤΣΙ ΔΕΝ ΤΗΝ ΧΟΥΝΕΥΩ" "ΝΑ ΠΑΣ ΕΣΥ" "ΔΕΝ ΤΗΝ ΧΟΥΝΕΥΟΥ"
"ΒΡΕ ΕΓΏ ΘΑ ΠΑΩ, ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑΡΧΗΣ ?!?!"
"ΤΙ ΛΕΣ ΜΩΡΕ ΜΕΓΑΛΕ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑΡΧΗ? ΧΑΡΑΣ ΤΟ ΠΡΑΓΜΑ ..ΤΙ'ΣΑΙ ? ΜΠΑΚΑΛΟΓΑΤΟΣ ΕΣΥ ΚΙ ΕΓΩ ΤΟ ΜΠΑΚΑΛΟΥΓΑΤΙ.."
"Και γιατί δεν την χωνεύεις ρε? "
"Δεν την χουνεύου γιατί δέ με δίνει τίποτις.. Μονάχα τα Χριστούγεννα που μό'δωκε ένα πενηνταράκι κι ένα μελουμακάρουνο που μέσα βρήκα ένα σκώληκα σάν το φίδι που σκότωσε ο Μέγας Αλέξανδρος!"
"Και τι τα θες τα λεφτά ρε;;; εδώ τρώς, εδώ πίνεις, εδώ κοιμάσαι! τα λεφτά τι τα θέλεις ρε;"
" χε χε, τα λεφτά εγουώ τα μαζεύω..."
"μπααα;;;"
"μάλιστα γιατί θα πάρου βέρες"
"μπααααα, ωστ'αρραβωνιάζεσαι;;;"
"αρραβουνιάζουμαι επισήμως γιατί ανεπισήμους είμαι λουγουδουσμένους"
"κι αν επιτρέπεται; με την Φιφίκα;"
"μάλιστα με την Φιφίκα!"
"χμμ,και θές ν'αγοράσεις βέρες!"
"μάλιστα βέρες!"
"πάρε κι ένα πενταντίν!"
"δέ μου λές, έχεις γιοφύρια μέσ'στα δόντια;"
"γιατί ρε τι θες;"
"έχεις; έχεις γιατί θα σου χώσω κουτουλιά και θα γίνει η γέφυρα τσ'Αλαμάνας τ'ακούς;"
"βρε ά στο διάλο από δω χάμω.."
"μμμη μμμου κάνεις χειραψίες.."
"πήγαινε να πάρεις τα πράματα, πήγαινε να πάρεις τα πράματα"
"θα τα πάω"
"μπρός!! ...
"μή μου κάνεις χειραψίες!"
"άντε μπρός! "
"α σι πάρει ο διάλος α σι πάρει.."
α σι πάρει ο διάλος α σι πάρει.."
"και σαλάμι"
"μάλιστα.... θέλει ΚΑΙ σαλάμι!"
"ΜΗΗ ΤΟ ΧΤΥΠΑΣ ΤΟ ΣΑΛΑΜΙ"
"ΤΟ ΧΤΥΠΑΩ ΕΤΣΙ ΘΕΛΩ! ΚΑΛΑ ΚΑΝΩ ΚΑΙ ΤΟ ΧΤΥΠΑΩ!"
"ΚΑΙ ΜΙΑ ΣΚΟΥΠΑ!"
"και σκούπα θέλει...."
"άντε μπρός!"
"μάλιστα"
"άααντε!"
"σσσσσσσσσσσσσσστ! μή σπρώχχχς!!! εμένα θα με πάρεις με το καλό! πάρε με με το καλό να γίνου μούσι να με ξουρίσεις!!"
"βρέ αντε πήγαινε από δω χάμω"
"μή με σπρώχχχσς!"
"βρε πήγαινε από δω χάμω"
"μή με σπρώχχχς σου λέω!"
"ά στο διάλο από δω χάμω.."
"μμμ ε σπρώχςς"
"ά στο διάλο ..κακό χρόνο νά'χεις.."
"έχε χάρη που βάρεσε το τελεφούνκεν κι έχε χάρη που σ'αγαπάου κι εκτιμάου του μαγαζί...ειδάλλους...... θα σι κανόνιζα...άντε....στου χρουστάου"


[...]


(ήχος υπολογιστή στο background -ντίιιννν- )

"virus database has been updated"




ΟΛΑ ΚΑΛΑ. ΕΤΣΙ ΣΕ ΘΕΛΩ.

Saturday, May 8, 2010

Η Ανατολή του Οδυσσέα

Σαν να σταμάτησε ο χρόνος.
Κουρασμένος κι αυτός, κοντοστάθηκε να κοιτάξει γύρω του. Να πάρει μιά ανάσα.

Ζωή γεμάτη συναισθήματα. Στο έπακρο.
Χρώματα.
Ζεστά.
Που αγγίζουν ξεχασμένα -στο χιόνι παγωμένα- κομμάτια της ψυχής, και τ'αλαφρώνουν απ'το κρύο.

Πόσο μοναδική ήταν αυτή η Ανατολή.. Μέσα από τα βάθη του κόσμου.
Πολύ μακριά, εκεί που ο τελειώνει ο πολιτισμός και ξεκινάει ο Άνθρωπος.
Σαν το πρώτο φώς, την πρώτη ηλιαχτίδα. Που τρυπάει το σύμπαν, ανέγγιχτη, απείραχτη, αμόλυντη, αγνή..

Πόσα κομμάτια της ψυχής δε θάφτηκαν στο χιόνι..
και είν'η σκοτεινιά σαφή πολλή και δεν τελειώνει..

Καινούριοι δρόμοι καινούρια μονοπάτια.
Σάν γιατρειά αυτή η ηλιαχτίδα, βάλσαμο όπου πέσει στην απομονωμένη και παγωμένη ψυχή που παλεύει κόντρα στον χώρο και στον χρόνο για να μείνει ζωντανή.
Καινούρια συναισθήματα και κομμάτια της ψυχής που βλέπουν για πρώτη φορά το χρώμα της Ανατολής.

Χρώματα γεμάτα..αληθινά..ζεστά.. αμόλυντα όπως εκείνη, ξεχύθηκαν για να ζεστάνουν κάθε σπιθαμή της με τον πιο ερωτικό πόθο.


Ποιός έρωτας σου πάντιξε αυγή και γέλασέ σου..
γιατί με τόσα χρώματα δεν έχεις βγει ποτέ σου..

Friday, January 8, 2010

Επικίνδυνη στροφή

Τόσο σκοτάδι δέ θυμάμαι ποτέ ξανά.
Τόση μαυρίλα, τέτοιο κενό.

Πάντα για άλλα μιλάμε. Πάντα για άλλους μιλάμε..

Πρέπει να πιάσω τους φίλους μου, να μου πούν ποιος είμαι.
Και δέν ξέρω άν έχω το κουράγιο.
Ποιό κουράγιο.
Δέν υπάρχει.

Άντερα;
Ούτε αυτό.

Παγιδεύτηκα. Να το βάλω στα πόδια;
Προς τα πού;

Απομόνωση;
Χειρότερα.


Η μοναξιά μου σκοπευτής σε μιά ταράτσα περιμένει.
Φωτιά στο Εγώ μου πολεμώ να σωθώ, με φόβο και μίσος προσπαθώ να κρυφτώ..
απ'τις σφαίρες που πέφτουν σε κάθε μου βήμα.


γιατί είμαι εδώ
γιατί είμαι εδώ


Πρέπει να βρώ τους φίλους μου για να μου πούν ποιός είμαι.
Ατμόσφαιρα φορτισμένη το μυαλό να μου γδέρνει και μια πίκρα στα μάτια που με κάνει κομμάτια..

Κολλημένος στη λάσπη και ψάχνω ακόμα στο άδειο μου σώμα ένα γέλιο που θά'χει ίδια φάτσα με μένα.


Έχω τόσο σκοτάδι από μέσα να βγάλω που βγαίνω την νύχτα και μου φαίνεται μέρα..

μονίμως εδώ
και μετά ναυαγώ
σε μιά θάλασσα μαύρη
που δέν έχει λιμάνι κι έναν πάτο από κάτω που όλο μένα φωνάζει

Monday, July 20, 2009

Η γαρδένια του δάσους

Το αγόρι στάθηκε. Έστησε το αυτί του και περίμενε. Ώρες ολόκληρες προσπαθούσε να αφουγκραστεί. "Αγέρα θα σ'ακούσω" μονολογούσε και κοίταζε ψηλά.

Έκλεισε την πόρτα κι έφυγε...Κάπως έτσι ξεκίνησε το ταξίδι του μια μέρα. Από μικρός του άρεσε να φεύγει από το σπίτι. Τό'βαζε σκοπό και χάραζε δρομάκια μές στο δάσος. Κάτι τον τρόμαζε να λέει "μονοπάτια".
"Τα μονοπάτια δέν γυρίζουν πίσω", έλεγε και το βλέμμα του κυρίευε το δέος.
Εκείνη την ημέρα όμως ήταν ήδη μακριά. Πόσο θα ήθελε να νιώσει τα τρυφερά χέρια της μάνας του απάνω στις πληγές του. Ακόμα και το ξύλο που έτρωγε συχνά-πυκνά θα ήταν τώρα βάλσαμο στα δυο γυμνά του πόδια. "Πάλι έφυγες χωρίς σαντάλια! Δέν λυπάσαι τον αγώνα του πατέρα σου που λείπει όλη μέρα;;!" ήταν το μόνιμο παράπονο, που προμήνυε και ξύλο και μπελάδες. Όσο αυστηρή όμως κι αν ήταν, άλλο τόσο μάνα και πονόψυχη γινόταν. "Πήγαινε τώρα να πλυθείς κι έλα να σου βγάλω τις αγκάθες απ'τα πόδια!". Πόσο του έλειψαν τα πειράγματα του αδερφού του. "Εσύ μεγάλε..ή τά'χεις μεγάλα, ή θα χύσεις την καρδάρα με το γάλα!" τού'λεγε ο μικρός και τα μάτια του γελούσαν με αγάπη. Πόσο ήθελε να δεί το χαμόγελο και να νιώσει το χάδι του πατέρα. Μα αυτό ήταν λίγο αφού έκανε και μέρες να γυρίσει απ'τη δουλειά· τώρα το αγόρι θα περίμενε ακόμα ξύπνιο στον οντά, μέχρι ν'ακούσει τα βαριά του βήματα στο τσάκισμα των φύλλων, να βγαίνουν μέσα απ'το δάσος. Ήξερε όμως ότι ήταν ήδη μακριά.

"Αυτό δέν είναι δρομάκι" είπε κι η μοναξιά σάν ύαινα του δάγκωσε τον σβέρκο.

Κοίταξε γύρω γρήγορα, κι είχε νυχτώσει ήδη. Μάζεψε πλατανόφυλλα και φτέρες σκορπισμένες, κι ένα κρεβάτι έφτιαξε να ξαποστάσει λίγο. Ξάπλωσε και οι σκέψεις του γυρίσαν στα δρομάκια, μα το κορμί του έμεινε σ'άγνωστα μονοπάτια...

"Θέλω να κοιμηθώ.." ψιθύρισε φοβισμένα αλλά δέν τον άκουσε κανείς. Ούτε η θέλησή του.


(...)


"τι άρωμα είναι αυτό; Θέ μου ονειρεύομαι γή είν' αληθινό;"
Το αγόρι ανασηκώθηκε και κοίταξε τριγύρω τρομαγμένα. Ποτέ δέν είχε φτάσει τόσο μακριά. Πόσο μεγάλο ήταν το δάσος αλήθεια! Τα δέντρα κοσκίνιζαν τον ήλιο απαλά, κι οι ηλιαχτίδες έπεφταν σά φύλλα φθινοπώρου.. Τι μεθυστικό άρωμα το είχε ξυπνήσει εκείνο το πρωί..
Τίναξε τα χέρια πού'χαν γίνει ένα με την γή, χάιδεψε το ηλιοκαμμένο δέρμα του για μιά στιγμή και στάθηκε. Το θρόισμα των φύλλων γέμιζε την καρδιά του,με γέλια, πόνους και χαρές και γεύσεις απ'το σπίτι. "Πεινάω μάνα εδώ που είμαι..Τώρα καταλαβαίνω γιατί με μάλωνες όταν μπουκιά δέν έτρωγα απ'το μαγειρευτό σου. Τώρα θυμάμαι την (γλυκο)πικρή γεύση από τις ρίζες και τους βολβούς, το στυφό στέγνωμα της γλώσσας απ'τα χόρτα και τους τραγανούς αμανίτους κι όλα αυτά μου λείπουν" σκέφτηκε .. Η πείνα στην άδεια του κοιλιά γρύλισε σά λύκος και το μουγκρητό της εσίγανε το δάσος. Κι όμως ήταν τ'αγόρι σίγουρο ότι δέν ξύπνησε από στέρηση εκείνο το πρωί. "Τι άρωμα είναι αυτό" μονολόγησε και μια αύρα χάιδεψε μια τούφα απ'τα μαλλιά του. Είχε ξημερώσει, κόντευε μεσημέρι μα δέν το ένοιαζε καθόλου που ήταν νηστικό. Η ηλιόλουστη μέρα τού'δινε πίσω χρώματα κι εικόνες που η μαύρη κι αφιλόξενη νύχτα τού'χε στερήσει λίγες ώρες πριν. Τα σκασμένα του δάχτυλα γαντζώθηκαν στην χαραμάδα ενός βράχου, χαμήλωσε το κεφάλι του και κοίταξε. Είχε δεί μιά χούφτα από κυκλάμινα στην άκρη ριζωμένα. Από κάτω η πέτρα μάζευε στάλα-στάλα την δροσιά σ'ένα μικρό κουφάρι. Δυό τρεις αχτίδες ξέφυγαν απ'τα πυκνά κλαδιά και πέσαν στο νερό. Έσκυψε και το 'πιε με λαχτάρα, κι όταν τελείωσε είδε το κυκλάμινο να του χαμογελάει. Σηκώθηκε και με βήμα ανήσυχο χάθηκε μές στο δάσος.


(...)

Είχε βαλθεί να ψάξει και να βρεί αυτό το άρωμα που του χάλασε τόσο γλυκά τον ύπνο. Πόσο βαθιά είχε κοιμηθεί το προηγούμενο βράδυ.. Τα κοφτερά βράχια όμως είχαν σκίσει τα ξυπόλητά του πόδια και το αίμα δέν σταμάταγε να τρέχει. Ακούμπησε σε μιά μεριά και σήκωσε τα πόδια. Είχε πληγές απάνω στις πληγές, και τώρα το αίμα ήταν μαύρο. Έσφιξε τα δάχτυλα του ποδιού του και δυο σταγόνες κύλησαν μέσα στ'ακράνυχά του. Δέν μπορούσε άλλο. Έπρεπε να βρεί νερό για να τα πλύνει, και να τα δέσει κάπως. "Πρέπει να βρώ ρυάκι" είπε και η μορφή του άρχισε σιγά-σιγά να σβήνει μες στα δέντρα.


(...)


"Κυλούμενο νερό", αφουγκράστηκε κι ένα μικρό μειδίαμα χαράκωσε τα χείλη. "Όπου νερό, ζωή!" σκέφτηκε και το βλέμμα του μαλάκωσε, γαλήνεψε, ενώ ο νούς του προσπαθούσε να ξεχωρίσει το πάφλασμα του νερού απ'τις φωνές του δάσους. Κατηφόρισε γρήγορα σά να μήν είχε πληγωθεί ποτέ στα δυο του πόδια..Όταν σταμάτησε αντικρυσε κάτι το εκθαμβωτικό: λουλούδια, χρώματα, και γάργαρα νερά, όλα μαζί συνέθεταν ένα γλυκό τοπίο. Οι λίγες ηλιαχτίδες που γλίτωναν απ'τα κλαδιά των δέντρων, ταξίδευαν αργά κι έπεφταν στο νερό που καθρέφτιζε τον κόσμο τον απάνω.





( Σ υ ν ε χ ί ζ ε τ α ι )