Wednesday, October 30, 2024

Χαρακιά


 

Σήμερα μου συνέβη μια ιστορία, απ'αυτές που θυμάσαι όσα χρόνια κι αν περάσουν. Είχα ανέβει στ' Ανώγεια [για όσους δεν ξέρουν] ένα απ'τα -πολλά- χωριά της Κρήτης που μαρτύρησαν από τις θηριωδίες των Ναζί πριν από 80 περίπου χρόνια· βάφτιζε η ξαδέρφη μου την κόρη της.

 

Ο καιρός μουντός, συννεφιασμένος, θά'λεγες φθινοπωρινός. Η πλατεία σχεδόν άδεια, και λίγα γερόντια καθισμένα στα γύρω καφενεία, χάζευαν τους «ξενομπάτηδες» που ήρθαν να χαλάσουν τη βολή τους. Οι καλεσμένοι, λίγοι κι αυτοί είχαν στριμωχτεί με μάσκες μέσα στο ξωκκλήσι.

 

Επειδή δεν τά'χω καλά με τα «μυστήρια», είχα αφήσει τους «μεγάλους», τα κεριά και τις εικόνες· είχα βρει ένα πεζούλι στα σκαλιά κι έκανα το χάζι ντως. Για συντροφιά, έκαμα να στρίψω και ν'ανάψω ένα τσιγάρο. Έκατσα σταυροπόδι, άνοιξα το τσαντάκι, κι έβγαλα την πραμάθεια μου.

 

Πάνω πού'χα τελειώσει με μαεστρία το τύλιγμα και το «σάλιωνα», ένα χέρι μού'γγιξε στον ώμο άγαρμπα και μια τραχιά, χωριάτικη φωνή μου είπε: «Μρε ντελικανή, να μου σάσεις και μένα ένα»; «Να σου σάσω -του λέω- κάτσε». Σηκώνω το κεφάλι και θωρώ· ένα «γερόντι» τση πλατείας.

 

Έκατσε δίπλα μου, σκυφτός, μαυριδερός, μ'ένα παχύγκριζο μουστάκι. Τα ρούχα μαύρα και παλιά, και τα στιβάνια σκονισμένα. Τα χέρια του, το πρόσωπο, ήτανε τόσο ρυτιδιασμένα που νόμιζες ότι τον έχει «χαρακώσει» ο χρόνος, η ζωή κι οι κακουχίες. Γυρνά, και με ρωτά· «Έτοιμο»;

 

Του δίνω το τσιγάρο και βγάζω απ'τη τσέπη τη φωθιά. Ανάβω πρώτα το δικό του -με προσοχή να μην του «λαμπαδιάσω» το μουστάκι σαν την αστιβίδα- κι ύστερα ανάβω το δικό μου. Δε λέει πράμα, και τραβά δυο τζούρες ίσαμε τσι πατούχες. Αφού ξεφυσά, μου λέει: «Στσι χαρές σου».

 

«Νά'σαι καλά» του λέω, και συνεχίσαμε τα τσιγάρα μας. Δε μιλούσαμε για λίγο, σαν κάτι φιλαράκια που κάνουν μαζί μια διαολιά και διασκεδάζουν. Εγώ συνέχισα να τον παρατηρώ κι εκείνος το κατάλαβε. Ήθελε όμως ακόμα κάνα δυο τζούρες πριν μ'αποτελειώσει για το «ανήσυχό» μου βλέμμα.

 

«Μρε συ, πώς σε λένε;» με ρωτά κάποια στιγμή χωρίς να με κοιτάξει. 

«Κωστή» του λέω. 

«Κι είσαι παντρεμένος Κωσταντή γή μοναχός»; 

«Αμοναχός» ψελλίζω. 

«Χμμμ» μου λέει και με κοιτά τούτη τη φορά: 

«Κι ήντα περιμένεις; Ο χρόνος γλακά σαν το λαγό στα όρη». Χαμογέλασα διακριτικά.

«Πόσο χρονώ είσαι»; ρωτά με 

«44». 

«Τα 40» μου λέει «είναι τα γηραθιά τση νιότης». 

«Και μετά;» του λέω.. «εκεί στα 50, 60»; 

«Μετά» μου λέει.. «μετά αρχίζει η νιότη τω γηραθιώ»

 

Πέταξε τη γόπα κάτω, την πάτησε με το στιβάνι κι έφυγε πάλι για τον καφενέ.. 

 

Μ'άφησε μ'αυτή τη σκέψη..

Monday, December 18, 2023

ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ Σύνδεσμος Φιλάθλων Πειραιώς




Συνίσταται εν Πειραιεί υπό τον τίτλον "Ολυμπιακός Σύνδεσμος Φιλάθλων Πειραιώς" Σωματίoν, ούτινος σκοπός είναι η ανάπτυξη της σωματικής αγωγής παρά την νεολαία και η κατά πάντα φίλαθλον τρόπον εξύψωσης αυτής.


ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ Σύνδεσμος Φιλάθλων Πειραιώς
1925


~

Ο λόγος που ξεκινάω έτσι είναι για να στείλω τον σεβασμό μου και την αγάπη μου στις 21 οικογένειες που έχασαν τα παιδιά τους εκείνο το σκοτεινό απόγευμα στις 8.2.1981.

Thursday, July 12, 2018



«Συγχωρεμένος» ;;;
Μπα δε νομίζω.. Μπορεί στο μυαλό σου να μ'έχεις εκεί τοποθετήσει, οκ. Χούμορ που γίνεται χοντράδα. Είτε το ένα είτε το άλλο, και τα δυο αρχίζουν με "Χ".

Χούμορ θα μπορούσε.
Κι όμως κι αυτό, έχει τα όριά του. Ειδικά σε κάποιον άνθρωπο, δίπλα σου, που έχει κάνει αιωνιότητα έστω και μια στιγμή μαζί σου. Μετά χάνεται ο σεβασμός.. Όχι τόσο ως προς τον άλλο, αλλά όσο προς τον ίδιο σου τον εαυτό. Κι αυτός δεν αξίζει κάτι τέτοιο, παρά μόνο το καλύτερο! 
Διαφορετικά.. χοντράδα θα μπορούσε.

Πολύ γρήγορα με πέρασες στη σφαίρα του «συγχωρεμένου». Βιαστικά και απερίσκεπτα. Κι αν εσύ απότομα βύθισες τον εαυτό σου στα σκοτάδια, εγώ το ίδιο δε θα κάνω. Επειδή έφυγες κι έριξες παντού συρματοπλέγματα, ήθελα να σου πω πως είμαι εδώ, με σκισμένες τις σάρκες μου παντού και ματωμένος· γύρισα.

Θέλω να είσαι καλά, κι όμως δεν είσαι. Σε βλέπω να απομακρύνεσαι, δε σε νιώθω κοντά μου. Όχι γιατί σου τέλειωσε -αυτό ψυχή μου δεν τελειώνει- μα γιατί σε βλέπω να θες τα κομμάτια σου να φας. Πού πήγε αλήθεια το χαμόγελό σου, το χιούμορ σου, ο σεβασμός ως προς το πρόσωπό σου; Αυτή η ευγενική γυναίκα που αναγνώριζε κάθε τι όμορφο, κι εξέφραζε μια γαλήνια ευγνωμοσύνη στο πρόσωπό της; Αυτή που ήξερα δε μιλούσε άκομψα, απότομα, δεν φτιασίδωνε τα λόγια της ποτέ με ειρωνεία.. Την τελευταία φορά που σε είδα, σ'άρπαξε μια γριά κακιά μάγγισα ρακένδυτη, κι άρχισε απ'τα μαλλιά να σε τραβάει και να σε παρασέρνει στο σκοτάδι.. Σε πέταξε στα κύματα, και στη φουρτουνιασμένη θάλασσα. Δεν πρόλαβα καν ούτε το χέρι να σου δώσω.. Φοβήθηκα τα σκοτάδια σου; Με τρόμαξαν τα ουρλιαχτά σου, καθώς σε κατάπινε του εαυτού σου το ναυάγιο; Μπορεί αυτό. Δεν άργησα όμως να καθησυχάσω τις τρομοκρατημένες σκέψεις μου, να παλέψω με τους δαίμονες, σ'ακολούθησα σιωπηλά, γθάρθηκα, μάτωσα, μα βρήκα φως κι ήρθα να σε ψάξω. Το ξέρω είσαι ακόμα ζωντανή, παλεύεις με τα κύματα, πως δεν τα παρατάς. Μονάχα άκου αυτά που θέλω να σου πω:

Σ'ευχαριστώ που ήσουν εκεί, σε μια επεισοδιακή στιγμή της ζωής μου δίπλα σ'ένα ανήσυχο κομμάτι του εαυτού μου. Σε ευχαριστώ που ήσουν εκεί και μοιράστηκες απλόχερα κι αυθόρμητα ένα δυνατό γέλιο σου μαζί του. Αυτό το γέλιο σου, ήταν ένα βάλσαμο στις καταθλιπτικές πληγές του.. Σε ευχαριστώ που έκανες τον πόνο του χαρά, και του δίδαξες πώς δεν πρέπει να ξεχνά να γελά με την καρδιά του και να είναι ευγνώμων με όλα αυτά που παίρνει κάθε μέρα απ'τη ζωή.

Το νιώθω κάπου εκεί έξω είσαι και ουρλιάζεις για βοήθεια. 
Είμαι εδώ. Θα σε σκέφτομαι και θα σ'αγαπώ για όλο αυτό που μοιράστηκες μαζί μου. Κι αν κάποια στιγμή νιώσεις ξεπνεμένη, κουρασμένη, χωρίς ανάσα στα κύματα που σε δέρνουν και σε παρασέρνουν, ένα να θυμάσαι, όταν τα δάκρυα ξεπλένουν τα αλάτια από τα δυο σου μάτια: 

«Συγχωρεμένος» δεν είμαι. Δεν ήμουν ποτέ, και ούτε θα υπάρξω.

Ένας Φάρος είμαι· ο Φάρος σου.
Το Φως που φέγγει στα σκοτάδια σου!

Sunday, February 14, 2016

«Όλη η Γης σήμερα μου φαίνεται μια Πομπηΐα, λίγη ώρα πριν από την έκρηξη»



Ενενήντα χρόνια μετά -κοντά ολάκερο αιώνα- θέλω να συνδέσω τους Pink Floyd με την έκρηξη που ακολουθεί.
________________________________



~ ~ Νίκος Καζαντζάκης ~ ~

Πρόπερσι, μιάν ανοιξιάτικη μέρα, ένοιωσα απροσδόκητη χαρά πλανώμενος στα ερείπια της Πομπηΐας:

Ο ουρανός ήταν αλαφρά συνεφιασμένος, τ΄ανοιξιάτικα χόρτα είχαν σκεπάσει τα κατώφλια και τις αυλές, οι δρόμοι ήταν όπως μου αρέσουν έρημοι κι εγώ γύριζα ολομόναχος στην αδειανή πολιτεία, χτυπώντας το ραβδί μου στις πέτρες, σφυρίζοντας.

Τα σπίτια ήταν ανοιχτά, χωρίς πόρτες, χωρίς σκύλους, χωρίς νοικοκύρηδες. Έμπαινα, έβγαινα, ήμουνα ευτυχής. Οι ταβέρνες, οι ναοί, τα θέατρα, τα λουτρά, όλα έρημα. Στους τοίχους κρατούσαν ακόμα, μέσα σε ξέθωρες μπογιές, γυμνές χορεύτρες, ηλίθια ερωτόπουλα, πετεινοί και σκύλοι, θεοί κι αδιάντροπες χτηνοβασίες.

Κάποιος ήρθε πλάϊ μου και μου είπε ξαφνικά: “Ετσι να δώση ο Θεός να περπατήσω στο Παρίσι και στη Λόντρα και να μιλώ ρούσικα στους συντρόφους”.

Ανατρίχιασα και φοβερό προαίσθημα κυρίεψε την καρδιά μου.

Τα κελάρια της Πομπηΐας ήταν γιομάτα· οι γυναίκες ήταν ξετσίπωτες, νιολουσμένες και στείρες· οι άντρες ήταν έμποροι πονηροί, ειρωνικοί και κουρασμένοι. Οι θεοί όλοι-Ελληνες, Αφρικανοί κι Ασιάτες ήταν εκεί μπουλούκι, μαζωμένοι σε δημοκρατικήν αθλιότητα, άπιστοι, δειλοί και μοίραζαν μεταξύ τους, πονηρά χαμογελώντας, τα πρόσφορα και τις ψυχές των ανθρώπων. Ολη η πολιτεία ήταν ξαπλωμένη στα πόδια του Βεζούβιου και χαχάριζε ανέγνοιαστη.

Ολη η Γης σήμερα μου φαίνεται μια Πομπηΐα, λίγη ώρα πριν από την έκρηξη. Τι χρησιμεύει μια τέτοια γης με τις άθλιες γυναίκες, με τους άπιστους άντρες, με τις φάμπρικες, με τις αρρώστειες; Γιατί να ζούνε όλοι τούτοι οι έξυπνοι έμποροι, γιατί να μεγαλώσουν όλα τούτα τα παιδιά και να καθήσουν κι αυτά στη θέση, που κάθουνταν οι γονέοι τους, στις ταβέρνες, στις φάμπρικες, στα πορνεία; Ολη τούτη η ύλη εμποδίζει το πνέμα να περάση. Ο,τι πνέμα είχε, το ξόδεψε δημιουργώντας ένα λαμπρό πολιτισμό-ιδέες, θρησκείες, ζωγραφιές, μουσική, πράξη. Τώρα ξεθύμανε. Ας έρθουν οι βάρβαροι να καθαρίσουν το σωρό τούτο, νʼ ανοίξουν καινούργια κοίτη στο πνέμα!

Μέσα στο στήθος μου ένοιωσα για πρώτη φορά ένα όρνιο σκληρό, αρπαχτικό, που πεινάει και δεν αγαπάει τους ανθρώπους. Είδα με καθαρό, χαρούμενο μάτι το σημείο του ανθρώπινου ξετυλιμού, όπου έλαχε να γεννηθώ, τη φοβερή τούτη κρίσιμη στιγμή, όπου ένας κόσμος σαπίζει κι είναι έτοιμος να πέση κι ένας άλλος κόσμος, σκοτεινός, άγριος, συντάζεται νʼ ανεβή.

Βλέπω τα πλήθη, που υποφέρουν και πεινούν, να χυμούν στο στρωμένο τραπέζι, όπου οι αφεντάδες κάθουνται ναρκωμένοι, δυσκίνητοι από το βαρύ φαγοπότι. Η στιγμή τούτη είναι η πιο γόνιμη και τη γεύομαι αργά, βαθύτατα: Η χίμαιρα φλογίζει τα πρόσωπα, που κάνουν έφοδο· οι άλλοι, εκείνοι που κάθουνται, γρικούν ξάφνου τη βουή και στρέφουνται. Στην αρχή γελούν, ύστερα χλωμιάζουν σκύβουν ανήσυχοι κάτου και διακρίνουν-οι δούλοι τους, οι εργάτες, οι κολίγοι, οι παραμάνες, οι μαγέρισσες, οι δούλες ανεβαίνουν. Ιερή στιγμή! Οι μεγαλύτεροι άθλοι στη σκέψη, στην τέχνη και στην πράξη τελέστηκαν στο ορμητικό τούτο ανηφόρισμα του ανθρώπου.

Ευθύς ως στρωθούν στα τραπέζια και τούτοι, θʼ αρχίσουν να παχαίνουν και να ναρκώνουνται. Κι άλλα πλήθη τυραννισμένα θα σηκωθούν πάλι από το χώμα και θα πηγαίνουν πάλι μπροστά η Πείνα, η Χίμαιρα, η Αδικία-οι Αρχηγίνες των ψυχών.

Κι έτσι αιώνια, ρυθμικά, ακατάπαυτα.

Οταν πολεμώ ν΄ αγκαλιάσω, όσο μπορώ, αλάκερο τον κύκλο της ανθρώπινης ενέργειας και να μαντέψω τον άνεμο, που ανεβάζει και σπρώχνει όλα τούτα τα κύματα των ανθρώπων-δέος με κυριεύει.

Πώς μπορώ να βρω ένα ρυθμό μέσα σε όλη τούτη την καταιγίδα, που να σιγάζη τα φοβερά προαισθήματα της καρδιάς μου;

Σκύβω, περιορίζω τη ματιά μου στο μικρό τούτο αδιόρατο τόξο του απέραντου κύκλου, στην εποχήν όπου ζω, και μάχομαι να δω καθαρά το σύγχρονο χρέος. Ετσι ίσως μονάχα ο άνθρωπος μπορεί μέσα στην εφήμερη στιγμή της ζωής του να εχτελέση κάτι αθάνατο, γιατί συνεργάζεται με τον αιώνιο ρυθμό. Βαθύτατα νοιώθω: ένας Αγωνιζόμενος ανηφορίζει από την ύλη στα φυτά, στα ζώα, στους ανθρώπους, και μάχεται για λευτεριά. Σε κάθε κρίσιμη εποχή ο Αγωνιζόμενος τούτος παίρνει και νέα όψη. Σήμερα η όψη του είναι τούτη: Είναι αρχηγός της σκοτεινής προλετάρικης τάξης που ανεβαίνει.

Μια πίστη καινούρια, που καμιά σχέση δεν έχει με τις αναγνωρισμένες θρησκείες, πνέει απάνου στη γης. Σιγά αδιόρατα, οι επαφές των ανθρώπων αλλάζουν. Η ηθική, η αγωγή, οι δεσμοί έργου και εργάτη, ατόμου και συνόλου, μάχουνται να πάρουν νέαν όψη.

Κρίσιμη, οδυνηρή είναι τούτη η στιγμή, που περνούμε. Ο άνθρωπος από κύριος εκατάντησε δούλος της μηχανής. Πιάστηκε στους τροχούς της, δε μπορεί πια να ξεφύγη. Ξαπόλυσε τις δαιμονικές δυνάμεις της ύλης και τώρα δε μπορεί πια να τις υποτάξη στη μυστική ποιότητα, στην ψυχή του. Το πνέμα που λευτέρωσε την ύλη, τώρα υλοποιείται αυτό, γίνεται παράρτημα της μηχανής που εφεύρε, την ακολουθάει σαν ύλη.

Πολλοί ονειροπόλοι προτείνουν: - “Η μόνη σωτηρία είναι να γυρίσωμε στην παλιάν απλότητα, να λιγοστέψωμε τις ανάγκες μας, να ξορκίσωμε την πολυπλοκότητα τούτη της ζωής, που δε μας αφήνει μιας στιγμή ελεύτερους. Ετσι μονάχα το κάθε κομμάτι της ύλης, που θα δουλεύη ο άνθρωπος θα γιομίζει ψυχή. Πως δούλευαν στον μεσαίωνα; Η πέτρα, το ξύλο, το μέταλλο ζωντάνευαν, αλάφρωναν, γίνονταν πνέμα κάτου από την υπομονετικήν, ερωτικήν αναπνοή του εργάτη. Ας ακολουθήσωμε και μεις το δρόμο τούτο· ας γυρίσωμε πίσω!”.

Ολα ταύτα μου φαίνονται ρωμαντικές, επιπόλαιες λαχτάρες. Νʼ απλοποιήσωμε τη ζωή μας, να γυρίσωμε πίσω στο μεσαίωνα, στις αγάπες των πρώτων χριστιανών ή ακόμα πιο πίσω στην πρωτόγονη κοινοχτημοσύνη και κοινογαμία των άγριων-όλα τούτα είναι φαντασίες ανίκανων ανθρώπων-. Η ζωή ποτέ δε γυρίζει πίσω· πάει μπροστά, συντρίβοντας όσους δε μπορούν νʼ ακολουθήσουν. Ας πάμε μαζί της! Κι ακόμα πιο πολύ: ας τη σπρώξωμε να πάη πιο πέρα! Ετσι μονάχα θα τη βοηθήσωμε να περάση την περίοδο τούτη της μηχανοποίησης και να λευτερωθή. Η λύση πάντα βρίσκεται μπροστά, ποτέ πίσω.

Ο εργάτης δε μπορεί σήμερα, όπως στο μεσαίωνα, νʼ αγαπήση το έργο του. Το μεσαίωνα δούλευε με υπομονή, με έρωτα, την ύλη. Αμοιβή του θεωρούσε όχι μονάχα το μεροκάματο, μα πολύ περισσότερο: την αναγνώριση των ανθρώπων, ή της πολιτείας, που τούδωκαν την παραγγελία. Κι ακόμα μεγαλύτερη αμοιβή ένοιωθε την ίδια του εσωτερική χαρά, δημιουργώντας ένα ωραίο ή ένα χρήσιμο έργο.

Σήμερα ο εργάτης καμιά τέτοια εσωτερική σχέση δεν έχει με το έργο του. Πώς είναι δυνατό νάχη; Δουλεύει χρόνια, από το πρωί έως το βράδυ, κάνει την ίδια κίνηση, εχτελεί μηχανικά μια λεπτομέρεια, μήτε τον μέλει για την ωραιότητα ή την ωφέλεια της δουλειάς του. Γιατί να τον ενδιαφέρη; Δουλεύει κι η προσωπική του συνεισφορά καμιάν αξία δε μπορεί νάχη θεμελιώδη στην ποιότητα του όλου έργου.

Ακόμα πιότερο: μισεί το έργο, που κάνει· γιατί νοιώθει πως ολοένα το έργο τούτο τον αποχτηνώνει, του σκοτώνει την ψυχή και το σώμα. Το μισεί ακόμα, γιατί ξέρει, πως όλοι του οι κόποι παχαίνουν και πλουτίζουν δυό τρεις κεφαλαιούχους. Αυτός, η γυναίκα του, τα παιδιά του, τα εγγόνια του, γενεές γενεών, θʼ αποχτηνώνουνται και θα φτωχοζούν, μεροδούλι-μεροφάϊ. Επομένως η μόνη του φροντίδα είναι να λιγοστέψη όσο μπορεί τις ώρες της εργασίας του και να μεγαλώση όσο μπορεί το μεροκάματό του. Πουλάει την ψυχή και το σώμα του μονάχα για υλική συντήρηση, για να μην πεθάνη της πείνας. Αλλη αμοιβή δε μπορεί να περιμένη από το έργο του.

Μην του πήτε για να τον παρηγορήσετε, πώς δουλεύει για την κοινωνία και για το κράτος. Μισεί την κοινωνία τούτη, που τόσο άνομα έχει μοιράσει τις απολαυές και τους κόπους, που έχει θεσπίσει την αδικία, τη σκληρότητα, την εκμετάλλευση της πείνας, την εξαχρείωση της γυναίκας. Μισεί το Κράτος, που υποστηρίζει ωρισμένη κοινωνική τάξη, τους κεφαλαιούχους και τους αστούς, ίσα-ίσα τους ανθρώπους, που κερδοσκοπούν κι εκμεταλλεύουνται την πείνα του.

Τι πρέπει να γίνη; Οπως γρηγόρεψε ο ρυθμός της ζωής, ανάγκη άπειροι άνθρωποι να δουλεύουν στις φάμπρικες, κάτου στη γης, στη θάλασσα. Να γυρίση πίσου ο εργάτης στη μεσαιωνική απλότητα κι αγάπη, αδύνατο. Νʼ ανεχτή τη σημερινή αδικία και φρίκη, αδύνατο. Καμιά ελπίδα πια μεταθανάτιας αμοιβής δεν τους ξεγελάει· τίποτα πια δε μπορεί να τους δώση εγκαρτέρηση κι υπομονή. Η γη τούτη είναι κόλαση, η γη τούτη είναι κι η Παράδεισο. Εδώ πρέπει να ξεσπάση η αμοιβή κι η τιμωρία.

Στα φοβερά εργαστήρια της σάρκας τους, που είναι ακόμα όλο βάρος και μίσος, δουλεύονται μέσα στη δυστυχία τα νέα οράματα. Μετατοπίζουνται οι αρετές, δημιουργούνται καινούργιες, τρεκλίζουν οι παλιές ελπίδες, η πατρίδα παίρνει νέο πρόσωπο.

Αργά μέσα στα σκεβρωμένα τούτα από τη δουλειά κι από τη θλίψη στήθεια, ουρμάζει ο νέος δεκάλογος. Ο παλιός γάμος έχασε πια τη γοητεία του· δεν έχει πια καιρό το αντρόγυνο νʼ απομείνη μονάχο του, δίχως έγνοιες-η πείνα, η δουλειά, η αμάθεια, το κρασί, τα παιδιά, παίρνουν ξοπίσου τους ανθρώπους. Πώς να κοιταχτούν ήσυχα, γλυκά, πολλήν ώρα, όπως στις παλιές ιστορίες;

Τα παιδιά δουλεύουν από μικρά, στρεβλώνουνται τα τρυφερά σώματα η ψυχή ξεχνουδίζει. Οι γυναίκες αφήνουν τα σπίτια τους ξημερώματα, δουλεύουν με άλλες γυναίκες, με άλλους άντρες, γυρίζουν κουρασμένες τη νύχτα. Σβήνει το πατροπαράδοτο τζάκι, η γυναίκα χάνει την πιο μυστική της αξία.

Η πατρίδα δεν είναι πια η γλυκύτατη γωνιά της γης-ο εργάτης είναι δεμένος με τη φάμπρικα και με τη μηχανή, γυρίζει από τόπο σε τόπο, νοιώθει, πως αυτό που λεν οι αστοί πατρίδα είναι τα χωράφια, τα σπίτια, οι φάμπρικες των ανθρώπων, που μισεί.

Ετσι “λευτερώνουνται”, αδειάζουν από την έγνοια της πατρίδας και της οικογένειας. Και όχι μονάχα οι εργάτες. Σιγά, σιγά κι άλλες τάξες φτωχές, που δουλεύουν, παρασέρνουνται μέσα στο σύχρονο στρόβιλο. Στηρίζουνται μονάχα στους εαυτούς των-μήτε στο Θεό, μήτε στην πατρίδα, μήτε στην οικογένεια. Ξέρουν, αν δεν έχουν δύναμη να δουλέψουν, θα πεθάνουν στο δρόμο. Είτε άντρες, είτε γυναίκες, είτε παιδιά. Η ικανότητα των χεριών και του μυαλού τους-τίποτα άλλο δε μπορεί να τους σώση.

Τίποτα άλλο; Γρήγορα νοιώθουν πώς ένας μονάχος δεν έχει καμιά δύναμη. Μα αν σμίξη με άλλους, όμοιους με αυτόν, αν γίνουν ένα πλήθος μεγάλο, τότε οι άλλοι-οι πλούσιοι εκμεταλλευτές, οι εχτροί-θα φοβηθούν και θα σεβαστούν το δίκιο του. Κι αρχίζει η οργάνωση, σμίγουν οι αδύνατοι κι οι αδικούμενοι γίνεται η φοβερή ετοιμασία.

Κάτου από τα σύνορα της πατρίδας λαγούμια ανοίγουνται, κατακόμπες καινούργιες και σμίγουν, αλλόφυλοι, αλλόγλωσσοι γύρω από το κρασί της νέας κοινωνίας. Οπως οι χριστιανοί δε ρωτούσαν αν είσαι ιουδαίος ή έλληνας, λεύτερος, γή σκάβος, μα χώριζαν τους ανθρώπους σε δύο, σε πιστούς και σε άπιστους όμοια σήμερα συντάζεται μια νέα τάξη πιστών-οι Συντρόφοι. Κοινές ελπίδες τους σμίγουν, κοινό μίσος. Πειθαρχούν, όπως όλοι όσοι πιστεύουν: η προσωπικότητά τους υποτάζεται στο σύνολο. Νοιώθουν, ετοιμάζουνται για έφοδο.

Ομως υπάρχουν πλήθος χωριάτες, που είναι έτοιμοι να ριψοκιντυνέψουν τη ζωή τους για την πατρίδα· γιατί μέσα στην πατρίδα είνε το χωράφι τους. Υπάρχουν και άλλοι, που κάθουνται στα τραπέζια και χαίρουνται, δυνατά ωργανωμένοι. Ολοι τούτοι στη μεγάλη στιγμή θʼ αντισταθούν, όσο χρειάζεται για να γίνη με την αντίσταση και με το αίμα πιο γόνιμη η νίκη. Μα όλη η φόρα του Σύμπαντος είναι ενάντιά τους-έφαγαν, ήπιαν, δημιούργησαν ένα πολιτισμό, ξεθύμαναν. Εφτασε η στερνή μορφή του χρέους των: να εξαφανιστούν.

Ετσι αγναντεύοντας το σύνολο και τοποθετώντας την εποχή μας, βλέπομε πιο είναι το σύγχρονο χρέος μας: α) Μίσος, πόλεμος χωρίς έλεος, χωρίς συμβιβασμό, ενάντια στην αστική τάξη. Εκαμαν το χρέος τους, τώρα γινήκαν εμπόδια στο πνέμα. β) Καμιά αηδία κι απογοήτευση από την συνεργασία μας με τους προλετάριους. Είναι σκοτεινοί, σκληροί, ακάθαρτοι, θέλουν να πάρουν την εξουσία για νʼ αδικήσουν και αυτοί, να γλεντήσουν, σαν τους άλλους. Μα τί σημαίνει; Είναι τα σύχρονα θεοφόρα μεταγωγικά. Θα ξελαγαρίση η βαρειά τούτη ύλη, θα γίνη πνέμα, θα δημιουργήση νέον πολιτισμό-πριχού ξαναγυρίση στο χτήνος.

Σέβας με κυριεύει. Μέσα στις μάζες τούτες καθαρά ξεχωρίζω την κραυγή του Αόρατου, που ανεβαίνει. Αν ζούσα άλλους αιώνες, την κραυγή τούτη θα την ξεχώριζα μέσα στις μάζες των νοικοκυραίων, των βιομηχάνων, των εμπόρων, που ανέβαιναν τότε και θα συμμαχούσα μαζί τους. Μια προσπάθεια αιώνια, ανώτερη από τον άνθρωπο πιάνεται από κορμιά, από γένη, από τάξεις τις δουλεύει, τις μετουσιώνει όσο μπορεί, κι ύστερα, όταν πια εξαντληθούν, τους αφήνει και πιάνεται απο άλλο ακατέργαστο υλικό. Η δύναμη τούτη σπρώχνει το κάθε τι να υψωθή και να καρπίση κι ύστερα το συντρίβει, σαν άχρηστο.

Αυτήν την αιώνια προσπάθεια μέσα από διάφορες εποχές, από πλήθος εναλλαγές και πάθη, χρέος έχομε νʼ ακολουθούμε, να βοηθούμε, να συνεργαζόμαστε μαζί της. Σήμερα έχει αρπάξει τα πλήθη, που δουλεύουν και πεινούν-τα πλήθη αυτά σήμερα είναι το ακατέργαστο υλικό της.

Την αδυσώπητη τούτη προσπάθεια δε μπορούν οι μάζες να τη διακρίνουν. Της δίνουν διάφορες μικρές ονομασίες, για να μπορέσουν να την κάμουν νοητή στο στενό μυαλό τους κι αγαπητή στις ταπεινές τους ανάγκες.

Την ονομάζουν ευτυχία, δικαιοσύνη, ισότητα, ειρήνη. Μα ο αόρατος Αγωνιζόμενος, αφίνοντας τα δολώματα τούτα να γοητεύουν και να γκαρδιώνουν τις μάζες, μάχεται σκληρός κι ανήλεος να διαπεράση τις σάρκες τούτες, να δημιουργήση απʼ όλες τις σύγχρονες κραυγές της πείνας και της οργής ένα λόγο ελευθερίας.

"ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ" φυλλάδιο 2 - Οκτώβρης 1926



Monday, December 28, 2015

Δύο κόσμοι, δυο ευχές.





Πολύ λεπτή. Ισορροπία που κρέμεται από μία κόκκινη κλωστή.
Δεν ξέρω τι θα γίνει αν αυτή σπάσει.
Προς τα πού θα κατρακυλήσει αυτό το πράγμα, που σήμερα λέμε ανθρωπότητα.

Ένας Άνθρωπος... δε θα επέτρεπε ποτέ αυτές τις -ξεδιάντροπες και χυδαίες και οι δύο- εικόνες, στον δικό του κόσμο. Το μέλλον του Ανθρώπου θα είναι λαμπρό.
Η εποχή του Ανθρώπου, δεν βρίσκεται εδώ.

Σίγουρα ζούμε σε μια μεταβατική εποχή. Εμείς οι ίδιοι αποτελούμε αυτή τη μεταβατική εποχή, για έναν κόσμο που θά'ρθει μετά από εμάς... Τη ζωή την ίδια που θα συνεχίσει κανονικά και χωρίς εμάς. Δεν είμαστε τίποτε άλλο από απλοί «μαντατοφόροι».
(...)
Εύχομαι το «καινούριο», να μας φέρει ένα βήμα πιο κοντά στην εποχή του Ανθρώπου.
Εκεί που η ψυχή γίνεται λυτρωτής κι όχι δεσμώτης.
Εκεί που το χαμόγελο, γίνεται νους και φεύγει.

Wednesday, January 22, 2014

Για μια ολόκληρη ζωή

Γιάντα δεντρό μου έκαμες κλώνους που δέν ανθούνε..
            .. κι εδά τσι βλέπουν τα πουλιά, κι αλλάργο ντως πετούνε


_______________________________________
εδά = τώρα
αλλάργο = μακριά

Monday, January 20, 2014

Αυτή η χώρα είναι δική μας !! This land is ours !!

|| Nazim Hikmet 1902-1963 ||


Η χώρα αυτή π' ορμά απ' την Ασία με καλπασμό
και που προβάλλει
τ' ώριο κεφάλι
σαν το πουλάρι
γεμάτο χάρη
προς της Μεσόγειος το νερό
η χώρ' αυτή είναι δική μας
με ματωμένους τους καρπούς
δόντια σφιγμένα
πόδια γυμνά.

Σα μεταξένιο τούτη η γη μας
είναι χαλί μας
τούτη η γη μας
η κόλασή μας
τούτ' η παράδεισο
είναι δική μας.

Η θέλησή μας
τώρα τρανεύει
νά 'ναι δική μας
παντοτινά
να ζούμε λεύτεροι σα δέντρα
σα τα δεντρά του ίδιου δάσου
αδερφωμένα
αγκαλιαστά.

(Ελεύθερη απόδοση από τον Γιάννη Ρίτσο)


Davet
Dörtnala gelip Uzak Asya’dan
Akdenize bir kısrak başı gibi uzanan
Bu memleket bizim!
Bilekler kan içinde, dişler kenetli
ayaklar çıplak
Ve ipek bir halıya benzeyen toprak
Bu cehennem, bu cennet bizim!
Kapansın el kapıları bir daha açılmasın
yok edin insanın insana kulluğunu
Bu davet bizim!
Yaşamak bir ağaç gibi tek ve hür
Ve bir orman gibi kardeşçesine
Bu hasret bizim!

Illusions

Galloping from Far Asia and jutting out
into the Mediterranean like a mare’s head
this country is ours.
Wrists in blood, teeth clenched, feet bare
and this soil spreading like a silk carpet,
this hell, this paradise is ours.
Shut the gates of plutocracy, don’t let them open again,
annihilate man’s servitude to man,
this invitation is ours..
To live like a tree single and at liberty
and brotherly like the trees of a forest,
this yearning is ours!

(Translation by Fuat Engin)

Tuesday, December 31, 2013

Aντίσταση - Resistance - Resistencia - Resistenza - Résistance - Widerstand - Weerstand


« Όταν η Αδικία γίνεται Νόμος, η Αντίσταση γίνεται καθήκον »

" When Injustice becomes Law, Resistance becomes duty "

" Cuando la injusticia se convierte en Ley, la resistencia es un deber "

" Quando l’ingiustizia diventa legge, la resistenza diventa dovere "

« Lorsque l’injustice devient la loi, la résistance est un devoir »
 
„ Wo Unrecht zu Recht wird, wird Widerstand zur Pflicht “ 
  
" Waar onrecht recht is, is verzet een plicht "



~ Bertolt Brecht



Sunday, December 25, 2011

..but life's not a wheel, with chains made of steel

When evening falls
she'll run to me
Like whispered dreams your eyes can't see
Soft and warm she'll touch my face
A bed of straw
against the lace

We believed we'd catch the rainbow
Ride the wind to the sun

Sail away on ships of wonder

But life's not a wheel with chains made of steel
So bless me

Come the dawn
Come the dawn
Come the dawn
Come the dawn

Thursday, December 23, 2010

..μαζί μου απόψε έφερα εκείνη τη σφεντόνα

Τελειώνει και αυτό.
Σε μιά ματιά, έφυγε και το 10.

http://www.youtube.com/watch?v=-sWtxldHtAU

Από το απόλυτο φως μιας σκοτεινής βραδιάς ..στο απόλυτο σκοτάδι μιάς λαμπερής πραγματικότητας.
Ταξίδι περίεργο, δε νομίζεις;

Σημασία έχει το ταξίδι. Πάμε παρακάτω.


Οι εικόνες λιγοστεύουν γύρω, οι άνθρωποι επίσης.
Οι μόνες φιγούρες που περι-πατούν, περι-πλανιούνται, και περι-πλέκουν περισσότερo τα πράγματα είναι αυτες των πολιτικών, των δημοσιογράφων, των ΜΑΤ, των τρομοκρατών, των κομματόσκυλων, των καναλαρχών, και των ανθρώπων που ψάχνουν ένα καλύτερο αύριο στα πιο..γκουρμέ σκουπίδια της TV. Μεγάλος Αδερφός, ζμόλ σίστα, τοπ σεφ, μάστερ σεφ, ντάνσιν γουΐθ δε σταρς, γρήηκ άειδολ, νεξτ τοπ μόδελ, άει ποδ, τατσ-σκρημ κινητό, γραβάτα και χλιδο-φρεγάτα. Σόουμπηζ, φάσιον νιούζ, μπίζνες νιούζ, σελέμπριτι νιουζ, μπρίκι νιουζ, πρωϊνάδικα, μεσημεριανάδικα, βραδυνάδικα, ξενυχτάδικα, κουτσομπολάδικα, γυφτομπελάδικα, μπουζούκια, τουμπερλέκια, τουρλουμπούκια, παρατράγουδα!
Λές κι αυτό το Κράτος Πρόνοιας έχει λύσει όλα τα προβλήματα που το ταλανίζουν κι ασχολείται με τα σκουπίδια και τα πίτουρα.

Τα αληθινά όμως ΠΑΡΑΤΡΑΓΟΥΔΑ (της κοινωνίας) είναι εκεί έξω.
Στις οικογένειες, στις γειτονιές, στις δουλειές, στις υπηρεσίες, στα πεζοδρόμια, στα πάρκα, στα σχολεία, στα Πανεπιστήμια, στα νοσοκομεία, στα Ιατρεία, στα σούπερ-μάρκετ, στα ταμεία..

Οικογένειες χωρίς παιδιά-χωρίς γονείς, γειτονιές χωρίς παιδότοπους, δουλειές χωρίς δουλειά, υπηρεσίες χωρίς σφραγίδες, πεζοδρόμια χωρίς πεζόδρομο, πάρκα χωρίς πράσινο, σχολεία χωρίς Παιδεία, πανεπιστήμια χωρίς Μόρφωση, νοσοκομεία χωρίς Υγεία, Ιατρεία χωρίς γιατρούς κι εφόδια, σούπερ-μάρκετ χωρίς τρόφιμα, ταμεία χωρίς λεφτά..

Λες και σ'αυτή τη χώρα ό,τι γίνεται, γίνεται για να μή γίνει ποτέ!
Κι αν ποτέ γίνει, το θέμα είναι να μη γίνει ποτέ σωστά!



Χρόνια πολλά.. και πολλές ευχές.


Sunday, May 23, 2010

Της κακομοίρας

Γεμίσαμε ιούς και νοσήματα.
Γύρω από το ΕΓΩ μας.

Ανούσια, σκάρτα, τιποτένια και ελεινά συναισθήματα που παραλύουν κάθε λογική σκέψη, ξεπατώνουν οτιδήποτε ηθικό και στην θέση αυτή σπέρνουνε ζιζάνια.

"Ο θάνατός σου η ζωή μου"

Αρχίζω και αισθάνομαι. Το κακό.
Αυτό είναι βέβαια καλό, γιατί σημαίνει ότι υπάρχει και καλό, το οποίο όμως για κάποιο λόγο δέν το βλέπω ή δέ θέλω να το δώ.
Κι αυτό είναι κακό.
Και τελικά μου φαίνεται ότι αυτό που βλέπω και αισθάνομαι, είναι μονάχα ένα: το κακό.

Τόσο βλακώδης συμπεριφορά γύρω απ'το ΕΓΩ μας. Πάλι σε μένα γυρίζει.
Εμένα προσωπικά.

"Ναι μα δέ θέλω να είμαι έτσι"
"και γιατί γίνεσαι;"
"εγώ άλλωστε τό'χω γράψει, scripta manent"
"τί έχεις γράψει;"
"έχω γράψει τις 'Επιθυμίες', το'χω γράψει κι έχω κλάψει"
"Να στο θέσω αλλιώς;..και γιατί γίνεσαι, γιατί επιτρέπεις σ'άλλους να σε κάνουν έτσι;.. Δεν είσαι (ε)αυτός, δέ σε αναγνωρίζω.."
"Έτσι λές;"
"Έτσι είναι! ΣΚΕΨΟΥ ΛΙΓΟ! ούτε αυτό το γαμημένο το λίγο δέν κάνεις! Για κάνε ό,τι λες! Μαγκιάαα ; εδώ σε θέλω!"
"Πάλι σε μένα.."
"Εμ πού ..για πές δηλαδή εσύ πού .. νά'χουμε και καλό ρώτημα.. Πές!
(...)
πές ρε! "
"Έχεις δίκιο.."
"Δ-Ε-Θ-Ε-Λ-Ω-Ν-Α-Χ-Ω-Α-Λ-Λ-Ο-Δ-Ι-Κ-Ι-Ο-Ρ-Ε! ΠΏς ΤΟ ΛΕΝΕ; ΔΕ ΘΕΛΩ! ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΤΕ ΡΩΜΕΗΚΑ; ΛΑ-ΘΟΣ ! ! ! "
"όχι για πές.."
"ΤΙ ΝΑ ΠΩ ΡΕ? ΤΙ-ΝΑ-ΣΟΥ-ΠΩ? ΠΕ ΜΟΥ ΣΤΟ ΘΕΟ ΣΟΥ -ΤΙ ΛΕΩ- ΑΝ ΕΧΕΙΣ ΘΕΟ ΔΗΛΑΔΗ......ΔΕ ΒΑΡΕΘΗΚΕΣ? ΔΕΝ ΚΟΥΡΑΣΤΗΚΕΣ? ΔΕΝ ΑΡΡΩΣΤΗΣΕΣ ΜΕ ΤΑ ΙΔΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΙΔΙΑ? ΔΗΛΑΔΗ ΠΟΥ ΤΟ ΠΑΣ? ΤΙ ΘΕΣ ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ? ΞΕΡΕΙΣ ΤΙ ΘΕΣ ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ? ΞΕΡΕΙΣ ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΣΕ ΚΑΝΕΙ ΧΑΜΟΓΕΛΑΣΤΟ? ΘΥΜΑΣΑΙ ΠΟΤΕ ΧΑΜΟΓΕΛΑΣΕΣ ΡΕ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΦΟΡΑ? ΤΙ ΝΑ ΜΟΥ ΠΕΙΣ ΡΕ ΕΧΩ ΔΙΚΙΟ? ΚΑΙ ΤΙ ΞΕΡΕΙΣ ΕΣΥ ΑΠΟ ΔΙΚΙΟ? ΑΛΗΘΕΙΑ..ΞΕΡΕΙΣ?!; ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ ΕΓΏ, ΑΡΧΙΔΙΑ ΞΕΡΕΙΣ."
"Αρχίδια ξέρω.."
"ΝΑΙ ΡΕ Ο,ΤΙ ΣΟΥ ΛΕΩ ! Α-ΡΧΙ-ΔΙΑ! ΕΕΕΝΑ ΚΙ ΑΛΛΟ ΕΕΕΝΑ ΔΥΥΥΟ.
Ε?
ΕΤΣΙ ΔΕ ΜΑΣ ΛΕΓΑΝΕ ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ? ΟΥΤΕ ΑΥΤΑ ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΡΕΕΕ..ΓΙΑΤΙ ΚΑΙ ΠΟΥ ΤΑ'ΧΕΙΣ .. ΑΡΧΙΔΙΑ-ΑΡΧΙΔΙΑ ΕΧΕΙΣ....ΠΑΡΤΑ ΚΑΙ ΒΑΛΤΑ ΣΤΟΝ ΚΩΛΟ ΣΟΥ. ΑΦΟΥ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΟΥΤΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ ΝΑ ΠΡΟΣΤΑΤΕΨΕΙΣ..ΠΟΙΟΝ ΕΑΥΤΟ? ΕΔΩ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΠΡΟΣΤΑΤΕΨΕΙΣ ΕΣΕΝΑ, ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ ΘΑ ΠΡΟΣΤΑΤΕΨΕΙΣ?
ΤΑ'ΧΕΙΣ ΓΡΑΜΜΕΝΑ, SCRIPTA MANENT ΚΑΙ ΠΑΠΑΡΙΕΣ..ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ?"
"Ναι μπορώ να μιλήσω..Καταρχήν..μή φωνάζεις, τί φωνάζεις;"
"ΌΧΙ ΚΑΙ ΠΡΟΣΕΞΕ ΚΑΛΑ ΜΑΛΑΚΙΣΜΕΝΟ.."
"μα γιατί βρίζεις;.."
"ΒΟΥΛΩΣΕ ΤΟ ΚΑΙ ΑΚΟΥ, ΝΑΙ ΡΕ ΚΑΙ ΘΑ ΦΩΝΑΖΩ ΚΑΙ ΘΑ ΒΡΙΖΩ ΚΙ Ο,ΤΙ ΓΟΥΣΤΑΡΩ ΘΑ ΚΑΝΩ ΕΚΕΙ ΠΟΥ Μ'ΕΧΕΙΣ ΦΕΡΕΙ! ΚΑΤΑΡΧΗΝ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ ΕΜΕΝΑ ΜΕ ΡΩΤΗΣΕΣ ΑΜΑ ΓΟΥΣΤΑΡΩ ΝΑ ΤΟ ΚΑΝΩ ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΡΑΓΜΑ; Μ'ΕΧΕΙΣ ΠΟΔΩΣΕΙ ΣΑΝ ΤΑ ΜΟΥΤΡΑ ΣΟΥ, ΕΜΕΝΑ ΜΕ ΡΩΤΗΣΕΣ ΣΤΗΝ ΤΕΛΙΚΗ; ΝΟΜΙΖΕΙΣ ΟΤΙ ΓΟΥΣΤΑΡΩ ΤΑ ΜΟΥΤΡΑ ΣΟΥ, ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΤΑΝΤΙΑ ΣΟΥ, ΜΕ ΜΕΙΩΝΕΙΣ ΚΑΙ ΜΕ ΦΕΡΝΕΙΣ ΣΤΑ ΤΑΡΤΑΡΑ ΚΑΙ ΣΟΥ ΜΙΛΩ Μ'ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ, ΚΑΙ ΔΕΝ ΤΟ ΓΟΥΣΤΑΡΩ ΡΕΕΕΕ! ΠΩΣ ΤΟ ΛΕΝΕ?? Ά ΓΑΜΗΣΟΥ! Ή ΕΓΩ Ή ΚΑΝΕΙΣ ! "
"έτσι πάει το π.."
"Ή ΕΓΩ Ή ΚΑΝΕΙΣ!!!"

ΠΡΟΣΕΞΕ ΚΑΛΑ. ΕΑΝ ΤΟΛΜΗΣΕΙΣ ΞΑΝΑ -ΓΙΑΤΙ ΘΕΛΕΙ ΤΟΛΜΗ ΠΟΛΛΗ ΤΟ ΕΓΧΕΙΡΗΜΑ ΠΟΥ ΠΑΣ ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ- ΝΑ ΜΕ ΦΕΡΕΙΣ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΦΕΡΝΕΙΣ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ..
..ΘΑ ΣΕ ΓΑΜΗΣΩ!
ΔΕΝ ΕΧΩ ΠΕΙΡΑΞΕΙ ΚΑΝΕΝΑΝ! ΟΥΤΕ ΑΝΘΡΩΠΟ ΟΥΤΕ ΘΗΛΑΣΤΙΚΟ!! ΖΩ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΣΑΝ ΜΗΝ ΥΠΑΡΧΩ, ΚΑΙ ΔΕΝ ΠΡΟΚΑΛΩ ΚΑΝΕΝΑΝ! ΚΑΙ ΜΕ ΠΕΙΡΑΖΕΙΣ ΜΙΑ, ΔΕ ΜΙΛΑΩ, ΜΕ ΠΕΙΡΑΖΕΙΣ ΔΥΟ, ΛΕΩ ΔΕ ΓΑΜΙΕΤΑΙ ΘΑ ΒΑΛΕΙ ΜΥΑΛΟ"

"σ'έχω πειράξει και δυό....(;)"
"ΝΑΙ ΚΙ ΑΝΤΙ ΝΑ ΤΟ ΒΟΥΛΩΣΕΙΣ ΚΑΙ Ν'ΑΚΟΥΣΕΙΣ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙΣ ΤΗΝ ΕΙΡΩΝΕΙΑ ΕΤΣΙ?"
"ποια ειρωνεία.. εσύ τα λές.."
"ΝΑΙ ΡΕ ΤΑ ΛΕΩ, ΕΓΩ ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΕΧΩ Τ'ΑΡΧΙΔΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΛΕΩ!!! ΕΣΥ? Ε? ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ ΕΣΥ ΕΙΠΑΜΕ? ..ΚΙ ΑΚΟΜΑ ΔΕΝ ΕΧΩ ΑΡΧΙΣΕΙ ΝΑ ΣΟΥ ΛΕΩ ΤΙΠΟΤΑ!"
"α έτσι.."
"ΛΟΙΠΟΝ ΞΈΡΕΙΣ ΚΆΤΙ.... δέν παίρνεις ΓΡΑΜΜΗ ΤΙ ΓΙΝΕΤΑΙ.."
"τί γίνεται;.."
"ΒΡΕ ΣΕ ΔΟΥΛΕΥΟΥΝΕ ΡΕ ΜΟΣΧΑΡΙ !!! "
"Δεν γεννήθηκε ο άνθρωπος να με δουλέψει εμένα ακόμη τ'ακούς;"
"ΝΑΙ ΑΛΛΑ ΠΡΟΣΕΞΕ ΓΙΑΤΙ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΘΑ ΣΕ ΞΥΛΟΦΟΡΤΩΣΕΙ!"
"ΓΙΑ ΚΑΝΕ ΠΩΣ ΧΤΥΠΑΣ ΚΙ ΑΝ ΔΕΝ ΠΑΩ ΣΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΥΓΡΑΣΙΑΣ ΝΑ Τ'ΑΝΑΦΕΡΩ ΟΛΑ ΑΥΤΑ..."
"Έλα-έλα τώρα άστα αυτά..Ζαλώσου σε φύλλα και βάλε κάτι πράματα εκεί πέρα να τα πάς στην κυρία-Καραζαμπού!"
"ΠΟΥ ΝΑ ΠΑΩ??"
"Στην κυρία Καραζαμπού!"
"ΔΕΝ ΠΑΩ Σ'ΑΥΤΗΝ!"
"ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΠΑΣ?"
"ΕΤΣΙ ΔΕΝ ΤΗΝ ΧΟΥΝΕΥΩ" "ΝΑ ΠΑΣ ΕΣΥ" "ΔΕΝ ΤΗΝ ΧΟΥΝΕΥΟΥ"
"ΒΡΕ ΕΓΏ ΘΑ ΠΑΩ, ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑΡΧΗΣ ?!?!"
"ΤΙ ΛΕΣ ΜΩΡΕ ΜΕΓΑΛΕ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑΡΧΗ? ΧΑΡΑΣ ΤΟ ΠΡΑΓΜΑ ..ΤΙ'ΣΑΙ ? ΜΠΑΚΑΛΟΓΑΤΟΣ ΕΣΥ ΚΙ ΕΓΩ ΤΟ ΜΠΑΚΑΛΟΥΓΑΤΙ.."
"Και γιατί δεν την χωνεύεις ρε? "
"Δεν την χουνεύου γιατί δέ με δίνει τίποτις.. Μονάχα τα Χριστούγεννα που μό'δωκε ένα πενηνταράκι κι ένα μελουμακάρουνο που μέσα βρήκα ένα σκώληκα σάν το φίδι που σκότωσε ο Μέγας Αλέξανδρος!"
"Και τι τα θες τα λεφτά ρε;;; εδώ τρώς, εδώ πίνεις, εδώ κοιμάσαι! τα λεφτά τι τα θέλεις ρε;"
" χε χε, τα λεφτά εγουώ τα μαζεύω..."
"μπααα;;;"
"μάλιστα γιατί θα πάρου βέρες"
"μπααααα, ωστ'αρραβωνιάζεσαι;;;"
"αρραβουνιάζουμαι επισήμως γιατί ανεπισήμους είμαι λουγουδουσμένους"
"κι αν επιτρέπεται; με την Φιφίκα;"
"μάλιστα με την Φιφίκα!"
"χμμ,και θές ν'αγοράσεις βέρες!"
"μάλιστα βέρες!"
"πάρε κι ένα πενταντίν!"
"δέ μου λές, έχεις γιοφύρια μέσ'στα δόντια;"
"γιατί ρε τι θες;"
"έχεις; έχεις γιατί θα σου χώσω κουτουλιά και θα γίνει η γέφυρα τσ'Αλαμάνας τ'ακούς;"
"βρε ά στο διάλο από δω χάμω.."
"μμμη μμμου κάνεις χειραψίες.."
"πήγαινε να πάρεις τα πράματα, πήγαινε να πάρεις τα πράματα"
"θα τα πάω"
"μπρός!! ...
"μή μου κάνεις χειραψίες!"
"άντε μπρός! "
"α σι πάρει ο διάλος α σι πάρει.."
α σι πάρει ο διάλος α σι πάρει.."
"και σαλάμι"
"μάλιστα.... θέλει ΚΑΙ σαλάμι!"
"ΜΗΗ ΤΟ ΧΤΥΠΑΣ ΤΟ ΣΑΛΑΜΙ"
"ΤΟ ΧΤΥΠΑΩ ΕΤΣΙ ΘΕΛΩ! ΚΑΛΑ ΚΑΝΩ ΚΑΙ ΤΟ ΧΤΥΠΑΩ!"
"ΚΑΙ ΜΙΑ ΣΚΟΥΠΑ!"
"και σκούπα θέλει...."
"άντε μπρός!"
"μάλιστα"
"άααντε!"
"σσσσσσσσσσσσσσστ! μή σπρώχχχς!!! εμένα θα με πάρεις με το καλό! πάρε με με το καλό να γίνου μούσι να με ξουρίσεις!!"
"βρέ αντε πήγαινε από δω χάμω"
"μή με σπρώχχχσς!"
"βρε πήγαινε από δω χάμω"
"μή με σπρώχχχς σου λέω!"
"ά στο διάλο από δω χάμω.."
"μμμ ε σπρώχςς"
"ά στο διάλο ..κακό χρόνο νά'χεις.."
"έχε χάρη που βάρεσε το τελεφούνκεν κι έχε χάρη που σ'αγαπάου κι εκτιμάου του μαγαζί...ειδάλλους...... θα σι κανόνιζα...άντε....στου χρουστάου"


[...]


(ήχος υπολογιστή στο background -ντίιιννν- )

"virus database has been updated"




ΟΛΑ ΚΑΛΑ. ΕΤΣΙ ΣΕ ΘΕΛΩ.

Saturday, May 8, 2010

Η Ανατολή του Οδυσσέα

Σαν να σταμάτησε ο χρόνος.
Κουρασμένος κι αυτός, κοντοστάθηκε να κοιτάξει γύρω του. Να πάρει μιά ανάσα.

Ζωή γεμάτη συναισθήματα. Στο έπακρο.
Χρώματα.
Ζεστά.
Που αγγίζουν ξεχασμένα -στο χιόνι παγωμένα- κομμάτια της ψυχής, και τ'αλαφρώνουν απ'το κρύο.

Πόσο μοναδική ήταν αυτή η Ανατολή.. Μέσα από τα βάθη του κόσμου.
Πολύ μακριά, εκεί που ο τελειώνει ο πολιτισμός και ξεκινάει ο Άνθρωπος.
Σαν το πρώτο φώς, την πρώτη ηλιαχτίδα. Που τρυπάει το σύμπαν, ανέγγιχτη, απείραχτη, αμόλυντη, αγνή..

Πόσα κομμάτια της ψυχής δε θάφτηκαν στο χιόνι..
και είν'η σκοτεινιά σαφή πολλή και δεν τελειώνει..

Καινούριοι δρόμοι καινούρια μονοπάτια.
Σάν γιατρειά αυτή η ηλιαχτίδα, βάλσαμο όπου πέσει στην απομονωμένη και παγωμένη ψυχή που παλεύει κόντρα στον χώρο και στον χρόνο για να μείνει ζωντανή.
Καινούρια συναισθήματα και κομμάτια της ψυχής που βλέπουν για πρώτη φορά το χρώμα της Ανατολής.

Χρώματα γεμάτα..αληθινά..ζεστά.. αμόλυντα όπως εκείνη, ξεχύθηκαν για να ζεστάνουν κάθε σπιθαμή της με τον πιο ερωτικό πόθο.


Ποιός έρωτας σου πάντιξε αυγή και γέλασέ σου..
γιατί με τόσα χρώματα δεν έχεις βγει ποτέ σου..

Friday, January 8, 2010

Επικίνδυνη στροφή

Τόσο σκοτάδι δέ θυμάμαι ποτέ ξανά.
Τόση μαυρίλα, τέτοιο κενό.

Πάντα για άλλα μιλάμε. Πάντα για άλλους μιλάμε..

Πρέπει να πιάσω τους φίλους μου, να μου πούν ποιος είμαι.
Και δέν ξέρω άν έχω το κουράγιο.
Ποιό κουράγιο.
Δέν υπάρχει.

Άντερα;
Ούτε αυτό.

Παγιδεύτηκα. Να το βάλω στα πόδια;
Προς τα πού;

Απομόνωση;
Χειρότερα.


Η μοναξιά μου σκοπευτής σε μιά ταράτσα περιμένει.
Φωτιά στο Εγώ μου πολεμώ να σωθώ, με φόβο και μίσος προσπαθώ να κρυφτώ..
απ'τις σφαίρες που πέφτουν σε κάθε μου βήμα.


γιατί είμαι εδώ
γιατί είμαι εδώ


Πρέπει να βρώ τους φίλους μου για να μου πούν ποιός είμαι.
Ατμόσφαιρα φορτισμένη το μυαλό να μου γδέρνει και μια πίκρα στα μάτια που με κάνει κομμάτια..

Κολλημένος στη λάσπη και ψάχνω ακόμα στο άδειο μου σώμα ένα γέλιο που θά'χει ίδια φάτσα με μένα.


Έχω τόσο σκοτάδι από μέσα να βγάλω που βγαίνω την νύχτα και μου φαίνεται μέρα..

μονίμως εδώ
και μετά ναυαγώ
σε μιά θάλασσα μαύρη
που δέν έχει λιμάνι κι έναν πάτο από κάτω που όλο μένα φωνάζει

Monday, July 20, 2009

Η γαρδένια του δάσους

Το αγόρι στάθηκε. Έστησε το αυτί του και περίμενε. Ώρες ολόκληρες προσπαθούσε να αφουγκραστεί. "Αγέρα θα σ'ακούσω" μονολογούσε και κοίταζε ψηλά.

Έκλεισε την πόρτα κι έφυγε...Κάπως έτσι ξεκίνησε το ταξίδι του μια μέρα. Από μικρός του άρεσε να φεύγει από το σπίτι. Τό'βαζε σκοπό και χάραζε δρομάκια μές στο δάσος. Κάτι τον τρόμαζε να λέει "μονοπάτια".
"Τα μονοπάτια δέν γυρίζουν πίσω", έλεγε και το βλέμμα του κυρίευε το δέος.
Εκείνη την ημέρα όμως ήταν ήδη μακριά. Πόσο θα ήθελε να νιώσει τα τρυφερά χέρια της μάνας του απάνω στις πληγές του. Ακόμα και το ξύλο που έτρωγε συχνά-πυκνά θα ήταν τώρα βάλσαμο στα δυο γυμνά του πόδια. "Πάλι έφυγες χωρίς σαντάλια! Δέν λυπάσαι τον αγώνα του πατέρα σου που λείπει όλη μέρα;;!" ήταν το μόνιμο παράπονο, που προμήνυε και ξύλο και μπελάδες. Όσο αυστηρή όμως κι αν ήταν, άλλο τόσο μάνα και πονόψυχη γινόταν. "Πήγαινε τώρα να πλυθείς κι έλα να σου βγάλω τις αγκάθες απ'τα πόδια!". Πόσο του έλειψαν τα πειράγματα του αδερφού του. "Εσύ μεγάλε..ή τά'χεις μεγάλα, ή θα χύσεις την καρδάρα με το γάλα!" τού'λεγε ο μικρός και τα μάτια του γελούσαν με αγάπη. Πόσο ήθελε να δεί το χαμόγελο και να νιώσει το χάδι του πατέρα. Μα αυτό ήταν λίγο αφού έκανε και μέρες να γυρίσει απ'τη δουλειά· τώρα το αγόρι θα περίμενε ακόμα ξύπνιο στον οντά, μέχρι ν'ακούσει τα βαριά του βήματα στο τσάκισμα των φύλλων, να βγαίνουν μέσα απ'το δάσος. Ήξερε όμως ότι ήταν ήδη μακριά.

"Αυτό δέν είναι δρομάκι" είπε κι η μοναξιά σάν ύαινα του δάγκωσε τον σβέρκο.

Κοίταξε γύρω γρήγορα, κι είχε νυχτώσει ήδη. Μάζεψε πλατανόφυλλα και φτέρες σκορπισμένες, κι ένα κρεβάτι έφτιαξε να ξαποστάσει λίγο. Ξάπλωσε και οι σκέψεις του γυρίσαν στα δρομάκια, μα το κορμί του έμεινε σ'άγνωστα μονοπάτια...

"Θέλω να κοιμηθώ.." ψιθύρισε φοβισμένα αλλά δέν τον άκουσε κανείς. Ούτε η θέλησή του.


(...)


"τι άρωμα είναι αυτό; Θέ μου ονειρεύομαι γή είν' αληθινό;"
Το αγόρι ανασηκώθηκε και κοίταξε τριγύρω τρομαγμένα. Ποτέ δέν είχε φτάσει τόσο μακριά. Πόσο μεγάλο ήταν το δάσος αλήθεια! Τα δέντρα κοσκίνιζαν τον ήλιο απαλά, κι οι ηλιαχτίδες έπεφταν σά φύλλα φθινοπώρου.. Τι μεθυστικό άρωμα το είχε ξυπνήσει εκείνο το πρωί..
Τίναξε τα χέρια πού'χαν γίνει ένα με την γή, χάιδεψε το ηλιοκαμμένο δέρμα του για μιά στιγμή και στάθηκε. Το θρόισμα των φύλλων γέμιζε την καρδιά του,με γέλια, πόνους και χαρές και γεύσεις απ'το σπίτι. "Πεινάω μάνα εδώ που είμαι..Τώρα καταλαβαίνω γιατί με μάλωνες όταν μπουκιά δέν έτρωγα απ'το μαγειρευτό σου. Τώρα θυμάμαι την (γλυκο)πικρή γεύση από τις ρίζες και τους βολβούς, το στυφό στέγνωμα της γλώσσας απ'τα χόρτα και τους τραγανούς αμανίτους κι όλα αυτά μου λείπουν" σκέφτηκε .. Η πείνα στην άδεια του κοιλιά γρύλισε σά λύκος και το μουγκρητό της εσίγανε το δάσος. Κι όμως ήταν τ'αγόρι σίγουρο ότι δέν ξύπνησε από στέρηση εκείνο το πρωί. "Τι άρωμα είναι αυτό" μονολόγησε και μια αύρα χάιδεψε μια τούφα απ'τα μαλλιά του. Είχε ξημερώσει, κόντευε μεσημέρι μα δέν το ένοιαζε καθόλου που ήταν νηστικό. Η ηλιόλουστη μέρα τού'δινε πίσω χρώματα κι εικόνες που η μαύρη κι αφιλόξενη νύχτα τού'χε στερήσει λίγες ώρες πριν. Τα σκασμένα του δάχτυλα γαντζώθηκαν στην χαραμάδα ενός βράχου, χαμήλωσε το κεφάλι του και κοίταξε. Είχε δεί μιά χούφτα από κυκλάμινα στην άκρη ριζωμένα. Από κάτω η πέτρα μάζευε στάλα-στάλα την δροσιά σ'ένα μικρό κουφάρι. Δυό τρεις αχτίδες ξέφυγαν απ'τα πυκνά κλαδιά και πέσαν στο νερό. Έσκυψε και το 'πιε με λαχτάρα, κι όταν τελείωσε είδε το κυκλάμινο να του χαμογελάει. Σηκώθηκε και με βήμα ανήσυχο χάθηκε μές στο δάσος.


(...)

Είχε βαλθεί να ψάξει και να βρεί αυτό το άρωμα που του χάλασε τόσο γλυκά τον ύπνο. Πόσο βαθιά είχε κοιμηθεί το προηγούμενο βράδυ.. Τα κοφτερά βράχια όμως είχαν σκίσει τα ξυπόλητά του πόδια και το αίμα δέν σταμάταγε να τρέχει. Ακούμπησε σε μιά μεριά και σήκωσε τα πόδια. Είχε πληγές απάνω στις πληγές, και τώρα το αίμα ήταν μαύρο. Έσφιξε τα δάχτυλα του ποδιού του και δυο σταγόνες κύλησαν μέσα στ'ακράνυχά του. Δέν μπορούσε άλλο. Έπρεπε να βρεί νερό για να τα πλύνει, και να τα δέσει κάπως. "Πρέπει να βρώ ρυάκι" είπε και η μορφή του άρχισε σιγά-σιγά να σβήνει μες στα δέντρα.


(...)


"Κυλούμενο νερό", αφουγκράστηκε κι ένα μικρό μειδίαμα χαράκωσε τα χείλη. "Όπου νερό, ζωή!" σκέφτηκε και το βλέμμα του μαλάκωσε, γαλήνεψε, ενώ ο νούς του προσπαθούσε να ξεχωρίσει το πάφλασμα του νερού απ'τις φωνές του δάσους. Κατηφόρισε γρήγορα σά να μήν είχε πληγωθεί ποτέ στα δυο του πόδια..Όταν σταμάτησε αντικρυσε κάτι το εκθαμβωτικό: λουλούδια, χρώματα, και γάργαρα νερά, όλα μαζί συνέθεταν ένα γλυκό τοπίο. Οι λίγες ηλιαχτίδες που γλίτωναν απ'τα κλαδιά των δέντρων, ταξίδευαν αργά κι έπεφταν στο νερό που καθρέφτιζε τον κόσμο τον απάνω.





( Σ υ ν ε χ ί ζ ε τ α ι )

Thursday, April 23, 2009

Let me take you far away, you 'd like...(Introduction)

Maybe it's a portentous sign, the fact that I am listenning to this song..
Indeed. It can only take you far away,
Hard rock with poison inside...


I am catching myself many times being absent-minded(?), reaching to this (UN)ethical conclusion:
" Why is this happening like this?... "

[...]

Keep this (UN)ethical question; you will need it later on.
Don't forget it please. Write it down on a piece of paper, on a piece of wood, on your forehead, I don't really care...

Just DO NOT forget it...

Άσε με να σε ταξιδέψω μακριά, θα σ'αρέσει.. (3ο Κεφάλαιο)

Μάρτιος 1996.
Συνεπαρμένοι όλοι, μικροί και μεγάλοι, από την ιδέα του ταξιδιού. Το 1ο ... επίσημο ταξίδι μακριά από τα γονίδια. Η μετάβαση από την παιδική ηλικία, στην εφηβεία, στην ωρίμανση.
4ο Γ.Ε.Λ Πολυήμερη εκδρομή - Ρόδος.
Ο καιρός πλησιάζει και το μυαλό ξεφεύγει... Το μυαλό όλων εκτός απ'το δικό μου:

"
- έλα κάθισε να σε δώ.
- Γιατρέ θα αργήσουμε;
- θα δούμε...

[...]

- μάλιστα...χμμ...μάλιστα.
- τί'ναι γιατρέ; τί συμβαίνει..? είναι κάτι σοβαρό;
- πολύ φοβάμαι πως ναί. Πάμε για χειρουργείο, η κατάστασή σου είναι σοβαρή και ..
- και τί γιατρέ;;;?!
- και πρέπει να σε ξαναδώ σύντομα. Πρέπει να σταματήσεις κάθε είδους γυμναστική και πρώτα απ'όλα την κολύμβηση. Αν καθυστερήσουμε το χειρουργείο, ενδέχεται να τυφλωθείς. Λυπάμαι...
"

Άσε με να σε ταξιδέψω μακριά, θα σ'αρέσει.. (2ο Κεφάλαιο)

Αύγουστος 2005.
Ψάχνοντας μια στιγμή που θα μας έφερνε πιο κοντά.
Διακοπές, μακριά απ'το σπίτι, μακριά απ'τον κόσμο. Εκεί που η άμμος γίνεται χρυσάφι και η θάλασσα καμβάς του Ουρανού. Ήταν ένα ήσυχο καλοκαιρινό απόγευμα και μιά ζεστή αύρα έγλυφε τα μαυρισμένα μας κορμιά όπως η φλόγα το κερί..όταν το τηλέφωνο χτύπησε.

Ο ουρανός σκοτείνιασε και το κορμιά μας χάσανε το καλοκαιρινό τους χρώμα.
Ατύχημα.

"Καλά;;; Τί έγινε;"
"Θα σου πώ στον δρόμο, πάμε;"
"Πάμε!"

Άσε με να σε ταξιδέψω μακριά, θα σ'αρέσει.. (1ο Κεφάλαιο)

Μάιος 1993.
Ήσυχο πρωινό στο σχολείο, απ'αυτά που ζηλεύει κάθε Νέος στα πρώτα του κλασσικά λυκειακά χρόνια, συνοδευόμενο από ένα κενό στο μάθημα των Θρησκευτικών· η ξεγνοιασιά της κενής ώρας, θα πνιγεί σε μια στιγμή Φρίκης.



Άλλοι πάνω σε θρανία, άλλοι πάνω σε καρεκλάκια σχολικά. (Απ'αυτά τα ανατομικά ξύλινα καρεκλάκια με τα ροδάκια, τις δερμάτινες ανατομικές πλάτες κτλ, τελοσπάντων δέν είναι αυτό το θέμα μας, η συζήτηση είχε θέμα τα sport και το surf. Η θερμοκρασία ανέβαινε τις μέρες, εκείνο το πρωί θ'ανέβαινε απότομα.
Τρομακτικά απότομα.

(...)

Αυτό που θυμάμαι είναι ότι ξαφνικά ακούσαμε μια Ησυχία..μια ασύλληπτη Σιωπή. Κανένας θόρυβος. Ούτε μέσα, ούτε εκεί έξω.. Ούτε ανάσα ξαφνικά και σά να ξέμεινε ο κόσμος από Χρόνο! Πρώτα η Σιωπή και μετά η Φρίκη.

Μία σπαρακτική βοή βγαλμένη από τα έγκατα της γης, ξεπήδησε μέσα από τα χώματα σάν άρμα με μια λυσσαλέα μανία που λες και ήθελε να φτάσει ίσαμε τον Ουρανό.
Έκανε σεισμό και η πόρτα στένευε δραματικά μέσα στον χρόνο για σ'όσους έτρεχαν προς σ'αυτήν..


Αυτά τα δευτερόλεπτα δέ θα τα ξεχάσω ποτέ.
Μου φάνηκαν Χρόνια.
Αιώνες.
Σκορπισμένα πάνω σ'ένα ασπρόμαυρο φόντο σάν ένα διαλυμένο puzzle.

Οργάνωση και πρόληψη καμία. Κοστίζουν..
(...)

Wednesday, April 22, 2009

Χρόνια Πολλά...


Αφού'δωκενε ο Θεός του Γιου ντου τέθοιο ΔΡΑΜΑ,
γιάντα να λυπηθεί εμάς που δέ μας έχει ΠΡΑΜΑ...

Saturday, April 18, 2009

Πάσχα (Μν)

Ένα κερί τσ'Ανάστασης δώς μου ν'ανάψω πάλι..
να φέγγει ο δρόμος στην καρδιά το Γολγοθά να βγάλει